Η θανάσιμη απλότητα των ιδεών

Σε πρόσφατη δημοσκόπηση της VPRC υπάρχουν μερικά πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία, χαρακτηριστικά της κινητικότητας ή και της σύγχυσης που επικρατεί στο εκλογικό σώμα. Αρκετοί ψηφοφόροι (3/10) της Χρυσής Αυγής, η οποία εμφανίζει μεγάλη δυναμική ανόδου, δηλώνουν πως συμπαθούν τον Αλέξη Τσίπρα. (Αντίθετα κανείς τους δεν έχει θετική γνώμη για την Αλέκα Παπαρήγα.) Προφανώς ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ σε καμία περίπτωση δεν εκπροσωπεί τον κομμουνισμό, που παραδοσιακά αποστρέφονται τα πιο συντηρητικά στρώματα, γίνεται όμως αποδεκτός σε ένα βαθμό όσο διατηρεί το αντιμνημονιακό λάβαρο.

Στον ΣΥΡΙΖΑ, που δείχνει να αποκτά προβάδισμα έναντι της ΝΔ, μόνο ένας στους 10 έχει θετική άποψη για τον Νίκο Μιχαλολιάκο, αλλά 4 στους 10 βλέπουν με καλό μάτι τον Πάνο Καμμένο. Η συμπάθεια ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ προς τον αρχηγό των Ανεξάρτητων Ελλήνων έχει ιστορία, αφού μόλις τον Ιούλιο περίπου οι μισοί από αυτούς τον αποδέχονταν θετικά. Τα αισθήματα είναι σχεδόν αμοιβαία, με τους μισούς σημερινούς υποστηρικτές των ΑΝ.ΕΛ. να ανταποδίδουν τη συμπάθεια για τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Μεσαία κοινωνικά στρώματα, ψηφοφόροι κομμάτων του φιλελεύθερου τόξου, θα έδιναν περίπου την παρακάτω ερμηνεία: Ότι πρόκειται για εξτρεμιστικές πολιτικές δυνάμεις που, παρά το διαφορετικό ιδεολογικό πρόσημο, μοιάζουν μεταξύ τους στο ότι καλούν τις μάζες να αντιδράσουν βίαια και παράλογα σε αυτό που βιώνουν. Οι πιο φανατικοί αναγνώστες της Καθημερινής ίσως να επικαλούνταν την περίφημη θεωρία των άκρων σύμφωνα με την οποία όποιος αμφισβητεί τη σημερινή πολιτική και οικονομική κατάσταση δεν είναι παρά εχθρός της δημοκρατίας.

Όμως το ερώτημα παραμένει. Τι ενώνει ένα τμήμα των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, των Ανεξάρτητων Ελλήνων και της Χρυσής Αυγής; Νιώθουν προδομένοι, καταδικάζουν φραστικά το πολιτικό σύστημα, ζητούν τιμωρία των ενόχων. Αυτό ήταν το αρχικό πλαίσιο της διαμαρτυρίας, όταν ακόμα και δημοφιλείς τηλεοπτικές εκπομπές καλούσαν τον κόσμο πέρυσι το καλοκαίρι να κατέβει στο Σύνταγμα, στις συγκεντρώσεις των αγανακτισμένων. Από εδώ και τα απολίτικα συνθήματα «κλέφτες, κλέφτες» και οι μούντζες στο Κοινοβούλιο. Η συνύπαρξη με αυτό το αυθόρμητο λαϊκό στοιχείο, για την οποία κατηγορούν τους αριστερούς οι φιλελεύθερες κεντρώες δυνάμεις που αποδοκίμασαν εντόνως την αισθητική των συγκεντρώσεων στο Σύνταγμα, είναι ένα επιμέρους αληθινό περιστατικό που αποκρύπτει μια βαθύτερη αλήθεια.

Τελικά αυτό που ενώνει ένα μέρος των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, των Ανεξάρτητων Ελλήνων και της Χρυσής Αυγής είναι η απλοϊκή αντίληψη που έχουν για την κρίση – ότι δεν πρόκειται για κρίση του συστήματος, κρίση ενός τρόπου παραγωγής, αλλά για φαινόμενα ασυδοσίας, διαφθοράς, παρανομίας και υπερβολικού πλουτισμού κάποιων προσώπων. Και εδώ είναι που συναντιούνται οι νηφάλιοι παρατηρητές του Πρόταγκον με τους φωνακλάδες ακροατές του Τράγκα. Αν και μισούν ο ένας τον άλλο θανάσιμα, ερμηνεύουν τελικά με τον ίδιο τρόπο. Γιατί τελικά παρά τις πολιτιστικές αντιθέσεις τους, και τα δύο μέρη λειτουργούν κάτω από την κυριαρχία των ίδιων ιδεών.

Η ψυχολογική ενότητα του λαού σε συνθήκες μαζικής θλίψης και μείωσης της συμμετοχής στο δημόσιο χώρο, διαμεσολαβείται από τα μέσα ενημέρωσης. Τα αστεία βγαίνουν από τις διαφημίσεις, είναι ατακαριστά και αναπαράγονται μαζικά. Οι ταξικές διαφορές γεφυρώνονται μέσα από τα σίριαλ. Έπειτα ο βομβαρδισμός με θρύμματα αλήθειας και «αποκαλυπτικά ρεπορτάζ» επιτείνει την πολιτική απογοήτευση. Τα πρόσωπα για τα οποία μαθαίνουμε ότι πουλήθηκαν και αγοράστηκαν συγκεντρώνουν το θυμό και την οργή. Μα τίποτε απ’ όλα αυτά δεν βγάζει νόημα.

Σε αυτό το κατακερματισμένο τοπίο η προσωρινή πολιτική υπεροχή του ΣΥΡΙΖΑ οφείλεται στο ότι δίνει μια υπόσχεση σοσιαλδημοκρατικής στροφής που, παραμερίζοντας τα βαθιά συστημικά αίτια της κρίσης, ξεγελάει τα πληβειακά στρώματα ότι κάτι μπορεί να τους δώσει καθησυχάζοντας παράλληλα τη μεσαία τάξη. Αν αποτύχει, είναι ήδη ορατοί οι πόλοι υποδοχής των προδομένων οπαδών του. Τόσο απλά.

(ΠΡΙΝ, 16 Σεπτεμβρίου 2012)

Η ακροδεξιά πίσω από το παραβάν

Στην πέμπτη θέση, λίγο πίσω από τους Ανεξάρτητους Έλληνες, κατατάχθηκε τελικά ο Λαϊκός Σύνδεσμος – Χρυσή Αυγή στις εκλογές της Κυριακής 17 Ιουνίου 2012. Έλαβε 425.980 ψήφους, ποσοστό 6,92% και 18 έδρες στο Κοινοβούλιο. Το αποτέλεσμα αυτό διέψευσε τις προσδοκίες όσων υπολόγιζαν ότι η δύναμη του κόμματος θα μειωθεί μετά τη δημόσια κατακραυγή για τη γνωστή βίαιη συμπεριφορά του εκπροσώπου του σε πρωινή τηλεοπτική εκπομπή ή μετά τις αποκαλύψεις σε μερίδα του τύπου για την εγκληματική δράση μελών του.

Η αξιοσημείωτη σταθερότητα που επέδειξε η Χ.Α. στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις Μαΐου και Ιουνίου – μόνο αυτή και η Δημοκρατική Αριστερά από τους μικρότερους πολιτικούς σχηματισμούς κατάφεραν να συγκρατήσουν τις δυνάμεις τους – αποτελεί αντικείμενο μελέτης. Πάντως φαίνεται ότι, για διαφορετικούς λόγους από τη ΔΗΜΑΡ, δεν την επηρέασε το κλίμα πόλωσης και ο χαρακτήρας δεύτερου γύρου που είχαν οι εκλογές της 17ης Ιουνίου. Ψηφίζοντας κάποιος Χ.Α. δήλωνε εκτός της όποιας συζήτησης για κυβερνητική λύση, εκτός του κεντρικού πολιτικού τόξου συμμαχιών και αντιπαραθέσεων. Ήταν ξεκάθαρο ότι κανένα κόμμα δεν θα επιθυμούσε προς το παρόν την ανοιχτή συνεργασία μαζί της.

Αύξησε τις δυνάμεις της κυρίως σε νησιωτικούς νομούς που δεν είχε συγκεντρώσει ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά στις εκλογές του Μαΐου (Χανίων, Ρεθύμνης, Χίου, Σάμου, Ηρακλείου). Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτή η άνοδος αποδίδεται στα υψηλά ποσοστά που έδωσαν τμήματα στα οποία ψηφίζουν αστυνομικοί βάσει ειδικών εκλογικών καταλόγων. Αύξησε επίσης τις δυνάμεις της στον ανδρικό πληθυσμό, με έναν στους δέκα άνδρες ψηφοφόρους να την προτιμούν. Αντίθετα στις γυναίκες έχασε δύο μονάδες, με μία στις τρεις ψηφοφόρους του Μαΐου να την εγκαταλείπουν. (Στοιχεία: Public Issue.)

Τη μεγαλύτερη μείωση σημείωσε στην Κορινθία όπου είχε πετύχει τον Ιούνιο το υψηλότερο ποσοστό της: 12%. Έχασε στο νομό αυτό 2 ποσοστιαίες μονάδες. Υποχώρησε επίσης χάνοντας μία ποσοστιαία μονάδα στην Α΄ Αθηνών, όπου από 25.587 ψήφους τον Μάιο (8,8%) έπεσε στους 22.448 ψήφους τον Ιούνιο (7,8%). Μικρότερη ήταν η μείωση που υπέστη στη Β’ Αθηνών (-0,34%). Στα μεσοαστικά Βριλήσσια, για παράδειγμα, επιδεικνύει απόλυτη σταθερότητα (4,7%). Το ίδιο και στο γειτονικό Χαλάνδρι (5,1%). Σταθερό, αν και σε σαφώς πιο υψηλά επίπεδα, παραμένει το ποσοστό της στους Αγίους Αναργύρους (8,7%). Στο Υπόλοιπο Αττικής αντίθετα, το ποσοστό του κόμματος σημείωσε μια μικρή αύξηση. Στην Παιανία, για παράδειγμα, είχε πάρει τον Μάιο 640 ψήφους (7,75%) για να φτάσει τον Ιούνιο 730 (9,02%).

Τα στοιχεία δείχνουν ότι ένας στους δύο ψηφοφόρους που επέλεξαν τη Χ.Α. αναφέρει ότι ταυτίζεται απολύτως με το κόμμα αυτό. Υψηλότερο ποσοστό ταύτισης παρουσιάζει μόνο το ΚΚΕ το οποίο είδε όμως τεράστιες απώλειες στις δεύτερες εκλογές. Πράγμα που σημαίνει ότι ενώ οι ψηφοφόροι του Κομμουνιστικού Κόμματος που δεν ταυτίζονται απολύτως μαζί του έφυγαν προς το ΣΥΡΙΖΑ μπροστά στο φόβο της επικράτησης της δεξιάς, οι αντίστοιχοι ψηφοφόροι της άκρας δεξιάς δεν υπολόγισαν τον «κίνδυνο» της επικράτησης ενός αριστερού κόμματος.

Υψηλότατη συσπείρωση των ψηφοφόρων που την επέλεξαν τον Μάιο, της τάξης του 85%, δείχνουν οι εκτιμήσεις. Πραγματικά κατέγραψε ελάχιστες απώλειες προς τη ΝΔ (5,3%) καταφέρνοντας να αποσπάσει ένα μικρό μέρος ψηφοφόρων που τον Μάιο πήγαν στη ΝΔ, ως πιθανή διαμαρτυρία για τη διεύρυνση του δεξιού μετώπου με αντιδημοφιλείς νεοφιλελεύθερες δυνάμεις, ενώ περισσότερο ανοικτός παρέμεινε ένας δίαυλος μετακινήσεων από και προς τους Ανεξάρτητους Έλληνες, ίσως τον πιο κοντινό πολιτικό συγγενή του σχήματος. Φαίνεται ότι περίπου ένα 10% της εκλογικής δύναμης του Μαΐου έφυγε προς το κόμμα του Πάνου Καμμένου, ενώ ένα 5% περίπου της εκλογικής δύναμης αυτού του κόμματος κινήθηκε αντίθετα προς τη Χ.Α. (Εκτιμήσεις Εκλογικών Μετατοπίσεων της VPRC.)

Στην ερώτηση γιατί ψήφισαν τη «Χρυσή Αυγή» οι πρώτες αυθόρμητες απαντήσεις είναι: 29% για διαμαρτυρία, αγανάκτηση, τιμωρία. 27% για το μεταναστευτικό, τη φύλαξη των συνόρων. Ένα 14% λέει «Με εκφράζει το πρόγραμμά της», ενώ στον πατριωτισμό και στην υπεράσπιση εθνικών θεμάτων αναφέρεται το 13%. (Στοιχεία: Public Issue.) Είτε το θέλουμε είτε όχι, ήταν αυτό ακριβώς το στοιχείο της «τιμωρίας» και της αγανάκτησης που επιβλήθηκε στις πλατείες του περασμένου καλοκαιριού – ανεξάρτητα από τις όποιες προσπάθειες σύνταξης πολιτικού λόγου στις λαϊκές συνελεύσεις. Αντιπολιτικές κραυγές εναντίον όλων των βουλευτών και όλων των κομμάτων, γνωστά συνθήματα και χειρονομίες, δημιούργησαν ένα κλίμα ευνοϊκό για την εκτίναξη της απήχησης της οργάνωσης. Γιατί ήταν η μόνη οργάνωση που μπορούσε να ρίξει με επιτυχία το μήνυμα «εναντίον όλων», με την υποστήριξη ασφαλώς δύο κρίσιμων παραγόντων του σύγχρονου κράτους και εξουσίας: των ΜΜΕ και της Ελληνικής Αστυνομίας.

Στις εκλογές του Μαΐου μεγαλύτερες επιδόσεις κατέγραψε το κόμμα στις παραγωγικές ηλικίες (25-45 ετών), σε πληθυσμούς μεσαίου μορφωτικού επιπέδου και κυρίως σε ανέργους και στρώματα της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης. Είναι χαρακτηριστική επίσης η ενισχυμένη εκλογική της παρουσία στα σώματα ασφαλείας και ειδικά στην Αστυνομία, ενώ μικρότερη δύναμη παρουσιάζει στα στελέχη του Ελληνικού Στρατού. (Στοιχεία: VPRC.)

 

Ρημαγμένες λαϊκές συνειδήσεις

Η Αστυνομία, το κατ’ εξοχήν πεδίο της συντηρητικής λαϊκής συγκρότησης, που ελεγχόταν ανέκαθεν από τη δεξιά, κέντρο του κρατικού μηχανισμού καταστολής, που ποτέ δεν εκδημοκρατίστηκε και πάντα χρησιμοποιήθηκε για την αντιμετώπιση του λαϊκού κινήματος και του κινήματος της νεολαίας, έχει κεντρικό ρόλο στο νέο αυταρχικό σκηνικό που φιλοτεχνείται, και μάλιστα ρόλο συντονισμού των όποιων δράσεων αναλαμβάνονται από «εξωτερικούς συνεργάτες» για την επιβολή του φόβου και της τάξης. Το φαινόμενο «Χρυσή Αυγή» συνδέεται με τη λειτουργία αυτού του κέντρου και σε ένα βαθμό αυτονομείται.

Μέρος της κοινωνίας αποδέχεται τη βία που συνοδεύεται από τη μυθολογία του αντιπολιτικού αφού πρώτα έχει εκπαιδευτεί σε τρόπους ωμούς, αντι-πολιτικούς, στις πελατειακές σχέσεις και στα δίκτυα αγοραπωλησίας συνειδήσεων που κυριάρχησαν σε όλο το εύρος της μεταπολίτευσης, αλλά οι ρίζες τους περνάνε μέσα από τη δικτατορία και φτάνουν στην οικοδόμηση του μετεμφυλιακού κράτους. Η ύπαιθρος, τόπος άνθισης του μεγαλύτερου δημοκρατικού κινήματος που υπήρξε στη χώρα, έγινε τόπος εξόντωσης, εκμαυλισμού συνειδήσεων και νέου συντηρητισμού. Αλλά και οι πόλεις που υποδέχονταν τα εξόριστα παιδιά της ελληνικής αγροτιάς, όπως δείχνει το εξαιρετικό θεατρικό του Γ. Σεβαστίκογλου «Αγγέλα», έγιναν τόποι στρατολόγησης των δικτύων εξουσίας και των παρακρατικών κέντρων.

Ακόμα, για να επιστρέψουμε στη σημερινή εποχή, όπως έγραψε ο Δημήτρης Σεβαστάκης στην Αυγή: «Η Χρυσή Αυγή συναντάει, αναμορφώνει και διπλασιάζει μέρος της διαχεόμενης κοινωνικής βίας. Δεν είναι ο πόλος συγκρότησης του φαινομένου, αλλά ο σφετεριστής του […] είναι η Ποπ κουλτούρα όπως ανασυγκροτείται από την κρισιακή Ελλάδα. Είναι λάθος να πιστεύει κανείς ότι εξαφανίζοντας τη Χ.Α. απαλείφει το φαινόμενο. Η βία προκύπτει από το μαζικό αίσθημα αποκλεισμού και ματαίωσης».

Ένα ποπ φαινόμενο – ακριβώς. Πιτσιρίκια στις παραλίες μιλάνε στα κινητά τους ή κάνουν πλάκα για τον Κασιδιάρη όπως άλλοτε μιλούσαν για το Σάκη Ρουβά. Στα σχολεία οι μαθητές που νιώθουν ότι υστερούν στο πεδίο της γνώσης και αναζητούν ένα άλλο πεδίο διάκρισης ανακαλύπτουν τη γοητεία της στολής και της πειθαρχίας. Παιδιά που δεν κάνουν ξένες γλώσσες, χορό, αθλητισμό. Παιδιά που δηλώνουν αστυνομικές σχολές για σίγουρη δουλειά, που θα δουλέψουν στη νύχτα ή θα στρατολογηθούν αργότερα από τις υπηρεσίες ασφαλείας για ένα χαρτζιλίκι. Παιδιά μιας ρημαγμένης λαϊκότητας που δεν έρχεται πλέον να βολευτεί αλλά να σκοτώσει στην πιο βρώμικη δουλίτσα που επιφυλάσσει ο καταμερισμός της εργασίας στη σκοτεινή εποχή της ατομικότητας που μάχεται να σταματήσει την επερχόμενη εποχή του ανθρώπου.

(ΠΡΙΝ, Κυριακή 24 Ιουνίου 2012)