Επιστροφή στην ψυχή των πραγμάτων

Ρεαλισμός υψηλού επιπέδου και πολυφωνική δυναμική αφήγηση, τα κύρια λογοτεχνικά προτερήματα του νέου βιβλίου του Άρη Μαραγκόπουλου, που με όχημα την ιστορία δύο ανθρώπων φτιάχνει την ιστορία της σύγκρουσης δύο κοινωνικών κόσμων.

Image

Στο «Χαστουκόδεντρο» (εκδ. Τόπος), με όχημα την ιστορία του ναυτεργάτη κομμουνιστή Αντώνη Αμπατιέλου και της συζύγου του Μπέτι Μπάρτλετ, ο Άρης Μαραγκόπουλος γράφει για τα χρόνια της φρίκης (1947-1964) εξετάζοντας από πολλές γωνίες, και αντιπαραβάλλοντας, τον μικρό και τον μεγάλο κόσμο των νικητών και των νικημένων της επικής δεκαετίας του 1940. Ξεκινάει να διαβάζει κανείς για την Οδύσσεια μιας εμποδισμένης αγάπης και καταλήγει στην ψυχή των πραγμάτων στη μετεμφυλιακή Ελλάδα.

Η τεχνική του συγγραφέα δοκιμάζεται επιτυχώς στη σύνθεση του υλικού των γεγονότων με το υλικό της λογοτεχνικής επινόησης φτιάχνοντας ένα μίγμα λογοτεχνικής γραφής και ιστορικής καταγραφής: μυθιστορία. Το βιβλίο έχει πολλούς πρωταγωνιστές και ισάριθμες φωνές. Ακούμε την ιστορία του Τόνι και την ιστορία της Μπέτι, την ιστορία των πολιτικών κρατουμένων της Μακρονήσου και των άλλων τόπων εξορίας και εγκλεισμού. Ακούμε την ιστορία των διωκτών τους. Όμως –και εδώ είναι το μεγάλο επίτευγμα του συγγραφέα – οι επιμέρους ιστορίες, οι επιμέρους αφηγήσεις δεν εξουδετερώνουν το νόημα αλλά συμπληρώνουν η μια την άλλη.

Η πλοκή ξεκινάει από τα Χριστούγεννα του 1941, με μια παράξενη συνάντηση στο ξενοδοχείο «Πλάζα», στη Νέα Υόρκη. Ο νεαρός ναυτικός Αντώνης (Τόνι) Αμπατιέλος συναντιέται με τον μεγαλέμπορο Τομ Πάπας και τους εφοπλιστές Ωνάση και Λιβανό.Ο νεαρός ναυτεργάτης βρίσκεται στη Νέα Υόρκη και τυχαίνει να σώσει τη ζωή ενός έλληνα μεγαλοεπιχειρηματία που, για να τον ευχαριστήσει, τον παίρνει υπό την προστασία του για λίγες ώρες. Του αγοράζει ένα καλό κουστούμι και τον οδηγεί στο πανάκριβο ξενοδοχείο όπου πρόκειται σε λίγο να βρεθεί στην ίδια παρέα με τους άμεσους ταξικούς του αντιπάλους που πολύ σύντομα θα μάθουν να τον εχθρεύονται γιατί αυτός ο νεαρός, φαινομενικά δειλός και μαζεμένος, θα τα βάλει στα ίσα μαζί τους.

Πολιτικά το κείμενο στέκει αμείλικτο απέναντι στην ελληνική αστική τάξη, που περιγράφεται σαν τάξη χωρίς κανένα συλλογικό όραμα, παρά μόνο με τη στενή επιδίωξη της καταξίωσης έναντι των άλλων, ελέγχοντας όλο το πολιτικό προσωπικό με εξυπηρετήσεις και διευκολύνσεις. Από την άλλη η εργατική τάξη, μέσα από τους ηγέτες της, εμφανίζεται ηρωική αλλά όχι σοβαρά προετοιμασμένη, πέρα από την ηθική της υπεροχή, για να νικήσει. Ο Αμπατιέλος βγαίνει πάντα να υπερασπίζεται το Κόμμα του, στα εύκολα και στα δύσκολα, έχοντας μέσα του ανοικτά ερωτήματα για λάθη και ανεπάρκειες. (Κάπου ανάμεσα στον Φωτερό και στον Φάνη, της τριλογίας του Τσίρκα.) Η Μπέτι αμφιβάλλει περισσότερο, είναι πιο παρορμητική, πιο ανυπότακτη.

Ο συγγραφέας έχει μελετήσει προσεκτικά την ιστορία, κι έχει δουλέψει πολύ με τα γεγονότα, τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν σε αυτή. Δεν υποτιμά καμία πλευρά της ζωής. Μας δείχνει τη στάση του αγωνιστή και τη στάση του καταπιεστή, τη στράτευση και τη φθορά του πρώτου, την ποικιλία των συνηθειών του δεύτερου·  τις αντιθέσεις στο στρατόπεδο των νικητών, τις αντιθέσεις και στο στρατόπεδο των ηττημένων· τον έρωτα και την αγάπη για τη ζωή, την αφοσίωση και την ψύχρα,  τη θέληση και την ταλάντευση, τη θερμότητα και την αδεξιότητα των σκληρών σωμάτων· τα σώματα που έμειναν αλύγιστα και τ’ άλλα που δίπλωσαν στα δυο.

Οι απότομες μεταβάσεις από τη μια στην άλλη πραγματικότητα, από τις εστεμμένες βασίλισσες στους εσταυρωμένους αγωνιστές, δημιουργούν αντιστίξεις στις οποίες καταγράφεται η σφοδρή σύγκρουση δύο κόσμων, δύο αντίπαλων κοινωνικών παρατάξεων. Σκηνές υψηλής λογοτεχνικής αξίας, σε φυλακές όπου εισβάλλει η ποίηση του Κατσαρού, σε θαλαμηγούς όπου η φωνή της Κάλλας σκεπάζει το υπαρξιακό κενό, στη μοναχική πορεία ειρήνης του Γρηγόρη Λαμπράκη, προσφέρουν στον ίδιο τον αναγνώστη την αίσθηση ενός παντογνώστη αφηγητή. Αφηγητή μιας ιστορίας που γράφεται ακόμα.

(ΠΡΙΝ, 5 Ιανουαρίου 2013)

Η «λέσχη» της πολιτικής συλλογικότητας

Πενήντα χρόνια μετά την πρώτη της έκδοση, «Η λέσχη» του Στρατή Τσίρκα και ολόκληρη η τριλογία «Ακυβέρνητες πολιτείες» έχει καινούργια πράγματα να μας πει. Ειδικά πάνω στο θέμα της πολιτικής ένταξης και της σχέσης ηγεσίας, διανόησης, κομματικότητας.

5 Αυγούστου 1960 τελειώνει το γράψιμο της «Λέσχης» ο Στρατής Τσίρκας, όπως δηλώνει στο τέλος του μυθιστορήματος με πλάγια τυπογραφικά στοιχεία. Βασισμένο σε βιώματά του, μεταπλασμένα στο εργαστήρι της συγγραφής, το βιβλίο ξαναζωντανεύει την Παλαιστίνη ως τόπο προσφυγιάς την περίοδο του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Και αν ο συγγραφέας χρειάστηκε περίπου είκοσι χρόνια για να κάνει λογοτεχνία την ιστορία που έζησε – μιλώντας για τη δική του αλήθεια με όρους τέχνης – τι μπορούμε εμείς να διαβάσουμε πενήντα χρόνια μετά την πρώτη εκτύπωση;

Όλη η τριλογία «Ακυβέρνητες πολιτείες» – θα ακολουθήσουν η «Αριάγνη» του Καΐρου και η «Νυχτερίδα» της Αλεξάνδρειας – αντέχει στο χρόνο και συναρπάζει. Κάθε ανάγνωση αποκαλύπτει καινούργια πράγματα, άλλα επίπεδα. Δεν θα ασχοληθούμε εδώ με τις αρετές του έργου σε αισθητικό και φιλολογικό επίπεδο, με την πρωτότυπη τεχνική του στην αφήγηση. Θα αγνοήσουμε επίσης το έντονο ερωτικό στοιχείο και τις πυκνές λογοτεχνικές αναφορές, για να ασχοληθούμε με το πρόβλημα του πολιτικού, και ειδικότερα με την πλευρά της κομματικής λειτουργίας, όπως αυτή απεικονίζεται κυρίως στη Λέσχη και στον δεύτερο τόμο της τριλογίας, την «Αριάγνη».

Στους κομματικούς διώκτες του ο Τσίρκας, που καταδικάστηκε σε διαγραφή από την Κ.Ο. Αλεξάνδρειας μετά την άρνησή του να αποκηρύξει τη «Λέσχη», έλεγε ότι δεν διαβάζουν σωστά. «Σταθείτε, τους λέω, δε διαβάζετε σωστά. Και γιατί βιαζόσαστε; Τώρα γράφω το δεύτερο μέρος, θα υπάρξει και τρίτο, αν ζήσω. Τότε θα καταλάβετε καλύτερα».

Η κριτική δικαίωσε τον Τσίρκα, με τη μέγιστη συμβολή της φίλης του και μελετήτριας του έργου του Χρύσας Προκοπάκη. Σήμερα, μπροστά σε νέες ιστορικές αναμετρήσεις, έρχονται στην επιφάνεια αποσιωπημένες πλευρές της περιόδου της αποτίμησης της ήττας. Δεν αρκεί να επιμείνουμε στην αντίθεση του διανοούμενου ήρωα Μάνου Σιμωνίδη (Σ.) με τον κομματικό καθοδηγητή Ανθρωπάκι (Α.) – αλλά οφείλουμε να ξαναδούμε και τους δυο μέσα σε νέο πρίσμα. Να μικρύνουμε την αντιπαλότητά τους, και να τους μεγαλώσουμε μαζί και τους δυο, βγάζοντας από την αφάνεια το τρίτο πρόσωπο, τον καταλυτικό Φάνη.

Απέναντι στις αναγνώσεις που ρίχνουν άγκυρα στην ήττα του κινήματος και στα κρισιακά φαινόμενα στις γραμμές του βλέπουν την κατάρρευση της δυνατότητας της συντροφικότητας προτείνοντας έναν ατομικό δρόμο στοχασμού χωρίς ανατρεπτική πράξη, χρειάζεται να ξαναδιαβάσουμε τη Λέσχη και την τριλογία εκείνων που αντιστέκονται, εκείνων που τολμούν να αναμετρηθούν με τις αδυναμίες τους και την ίδια την ιστορία για μια νέα έκβαση όλων των συλλογικών στοιχημάτων.

«Η ΛΕΣΧΗ» ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ

«Δεν ήξερα πως η μοναξιά πίνεται γουλιά – γουλιά» – έτσι ξεκινά το δεύτερο κεφάλαιο της Λέσχης όπου εμφανίζεται ο κεντρικός ήρωας της τριλογίας, ο ανθυπολοχαγός Μάνος Σιμωνίδης, κρυμμένος στη σοφίτα μιας πανσιόν στα Ιεροσόλυμα, Ιούνιο του 1942, με δική του απόφαση απομονωμένος λόγω διαφωνιών από τους συντρόφους του που προσπαθούν να κρατήσουν τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις της Μέσης Ανατολής μακριά από τη μοναρχική και βρετανική επιρροή ενώ ο Ρόμελ απειλεί την Αλεξάνδρεια. Δεν μιλάει ο ήρωας για την ερωτική ή την προσωπική του μοναξιά, αλλά για το βαθύ πηγάδι της πολιτικής ερημίας. Το να μην έχεις εμπιστοσύνη στους συντρόφους σου, το να αμφιβάλλεις όχι για το σκοπό τον ίδιο, αλλά για το αν μπορείς να τον πλησιάσεις.

Νιώθει απέχθεια και πίκρα ο Σιμωνίδης για συμπεριφορές που έχουν βλάψει το ηθικό του. Και είναι σε μια διαρκή αναζήτηση, αν έκανε καλά που απομακρύνθηκε από την πολιτική συλλογικότητα – προσπαθεί να δει θετικά και αρνητικά αλλά δεν μπορεί να βγάλει συμπέρασμα. Όμως η αλήθεια είναι ότι παρά τις συγκρούσεις του με τα στελέχη της καθοδήγησης, αυτά που ονομάζει σε όλο το μυθιστόρημα κομμένες κεφαλές, που «μόλις δουν άνθρωπο, σκαρφαλώνουν στην έδρα του Χρέους» και «αγορεύουν σε τόνο διδαχτικό», έξω από το δρόμο το συλλογικό δεν μπορεί να βρει τον εαυτό του: «Από τη μέρα που έπαψα τις σχέσεις μου με τις κομμένες κεφαλές (…) είμαι σαν πελαγωμένος. Ομολογώ πως δεν το περίμενα. Πασχίζω από κάπου να πιαστώ. (…) άλλοτε σκέψεις και πράξεις περπατούσαν μαζί, για τον ίδιο στόχο. (…) Από πού ερχόμουν και πού πήγαινα, το ήξερα.»

Αυτές οι συγκρούσεις, μαθαίνουμε σε κάποιο σημείο, είχαν εν μέρει να κάνουν με κάποιες θέσεις που είχε διατυπώσει ο Σ. για τους αξιωματικούς και τη στάση που θα έπρεπε να τηρούσε απέναντί τους η οργάνωση. Πιο συγκεκριμένα, ότι έπρεπε να καλλιεργείται κλίμα πειθαρχίας των στρατιωτών στους βαθμοφόρους και όχι ασύντακτου μπουλουκιού αν σκοπός παρέμενε η διατήρηση της συνοχής και μαχιμότητας του στρατεύματος. Άλλωστε στρατηγική επιδίωξη της οργάνωσης αποτελούσε η εξασφάλιση του εθνικοαπελευθερωτικού χαρακτήρα του ελληνικού στρατού και η αποτροπή της υποδούλωσης ή αχρήστευσής του από τους Βρετανούς.

Ο Μάνος Σιμωνίδης εκπροσωπεί τον αντιφατικό κόσμο της επαναστατικής διανόησης της εποχής του. Μεγαλωμένος στην Κηφισιά, μαθητής στο Γυμνάσιο των Αναβρύτων, φοιτητής έπειτα κάποια χρόνια στο Παρίσι, πήρε μέρος στον Ισπανικό εμφύλιο και έπειτα πολέμησε στην Αλβανία όπου παρασημοφορήθηκε. Πολυμαθής και ευφραδής, άνθρωπος του κόσμου, σίγουρα γοητευτικός, ταλαντευόμενος ανάμεσα στις κλίσεις του και σε αυτό που αντιλαμβάνεται ως χρέος. Τον συγκινεί η λογοτεχνία και απολαμβάνει τις συζητήσεις με τον καλλιεργημένο άγγλο ελληνιστή Ρίτσαρντς. Από την άλλη, αντιλαμβάνεται ότι η θέση του είναι με το στρατόπεδο των μαχητών του φασισμού. Τρέφει το θαυμασμό του διανοούμενου απέναντι στο γνήσιο λαϊκό αγωνιστή, που εκπροσωπείται στο μυθιστόρημα από τον Βασίλη Γαρέλα. Και απεχθάνεται τον εκφραστή του κομματικού μηχανισμού, το διαβόητο «Ανθρωπάκι», έτσι άκλιτο όπως το αναφέρει σε όλο το έργο ο συγγραφέας. Αν και σε πολλά σημεία, μέσα στο πρώτο βιβλίο, δεν μπορεί να αποφανθεί με βεβαιότητα για τη στάση και την αντίληψή του για το ρόλο του Α.

Για το Ανθρωπάκι έχουμε πολλές απαξιωτικές περιγραφές. Σκιαγραφείται ένα σκοτεινό υποκείμενο, που ακόμα και το σώμα του βρομάει σαν βάλτος, ένας αριβίστας με οργανωτικές ικανότητες, που τον τρέφει η εξουσία, η διαχείριση των ανθρώπων, και ασφαλώς είναι σε μόνιμη ρήξη με τον κόσμο που αντιπροσωπεύει ο λεπταίσθητος διανοούμενος Σιμωνίδης. Λέει όμως για αυτόν τον εσωκομματικό του αντίπαλο ο τελευταίος ότι στη φαντασία του το όνομά του ήταν τυλιγμένο μέσα σε μια λάμψη, από διηγήσεις στα χρόνια του Μεταξά και στον ισπανικό εμφύλιο. Και σε κάποιο σημείο μάλιστα διερωτάται: «Τι ήταν τελοσπάντων, ανεύθυνος τυχοδιώκτης ή ψημένος αγωνιστής; (…) Πώς μπορούσε ν’ αποφασίζει, τόσο γρήγορα, δίχως αγωνία, δίχως αμφιταλάντευση, όταν ένα ναι ή ένα όχι του, στέλναν ανθρώπους στο θάνατο; Κι εγώ, πώς τα κατάφερα να εμπιστευτώ τη ζωή μου στα χέρια του;» Στην πορεία του έργου ο Σ. θα συμφιλιωθεί με την ιδέα της συνύπαρξης με αυτόν τον άνθρωπο, για το καλό του αγώνα, διατηρώντας πάντα τις επιφυλάξεις του για το ποιόν του. Του λέει μάλιστα σε μια ταράτσα που περνούν τη νύχτα στο Κάιρο κάποια στιγμή ότι θα κάτσει και θα γράψει για όλα αυτά στο μέλλον.

Στο έκτο κεφάλαιο της Λέσχης, ο Σ. μαθαίνει από το Ανθρωπάκι ότι η παλιά του εκείνη «θέση» για τους αξιωματικούς έχει γίνει πλέον αποδεκτή και την εφαρμόζουν. Στην ερώτησή του αν έκαναν αυτοκριτική που τόσον καιρό ακολουθούσαν διαφορετική γραμμή, η απάντηση είναι αρνητική και λόγος «η διατήρηση του κύρους της καθοδήγησης». Ο Σ. αναρωτιέται αν ήταν η πείρα που τους οδήγησε στη διόρθωση της γραμμής «ή μήπως κάποιος άλλος, πιο ικανός και πιο ψύχραιμος, είχε βρει τρόπο να τους πείσει». Εδώ υπονοείται προφανώς ο Φάνης, το πρόσωπο – κλειδί στην παράνομη οργάνωση που θα εμφανιστεί στις πρώτες σελίδες του δεύτερου τόμου της τριλογίας, στην Αριάγνη. Για τον οποίο Φάνη, γράφει ο Τσίρκας στα ημερολόγια της τριλογίας (κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κέδρος) ότι δεν είναι άλλος από τον ικαριώτη Γιάννη Σαλά, ιδρυτή της AΣO, της Aντιφασιστικής Στρατιωτικής Oργάνωσης που έδρασε εκείνο τον καιρό στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις στη Μέση Ανατολή.

Ο μυθιστορηματικός «Φάνης» είναι ίσως το πιο παραγνωρισμένο πρόσωπο από την κριτική. Ενώ έχουν γραφτεί τόσα πολλά για τον Μάνο ή το Ανθρωπάκι, στα όρια μιας απλουστευτικού σχήματος ανάγνωσης αμερικάνικου τύπου: ο καλός και ο κακός. Ο Τσίρκας, αν και προφανώς εκφράζεται σε μεγάλο βαθμό μέσω του Σιμωνίδη, αντιμετωπίζει με μεγάλη αγάπη τον Φάνη. Μας δίνει την περιγραφή του ως εξής: «κείνος ο κοντόσωμος με τις τσαπράδες, που όλοι τον φωνάζανε Φάνη», είχε «το χαρακτηριστικό σφύριγμα των ανθρώπων που κάνανε πνευμοθώρακα» και «τις μικρούτσικες ρυτίδες βασανισμένου ανθρώπου», «στο νησί του πρέπει να ήτανε ψαράς η γεωργός». Αυτή είναι η εικόνα του όταν ο Σ. τον συναντά και μιλούν για πρώτη φορά στο Κάιρο. Του κάνει μεγάλη εντύπωση. «Προπαντός άκουε, ρωτούσε, δίσταζε, αναρωτιόταν, ζύγιζε, ξαναρωτούσε κι έτσι, δίχως να το καταλάβεις, σ’ έβγαζε, έβγαινε κι ο ίδιος μαζί σου, στο σωστό δρόμο». Και δεν θέλει να τον αποχωριστεί. Μορφωμένος μες στις φυλακές, δεν πολέμησε στην Ελλάδα γιατί ήταν κρατούμενος της δικτατορίας του Μεταξά. Διάβαζε τα γαλλικά, χωρίς να ξέρει να τα προφέρει: τα είχε μάθει στις φυλακές της Πύλου αποστηθίζοντας ένα λεξικό που «τα φύλλα του κυκλοφορούσαν από κελλί σε κελλί καμουφλαρισμένο σε δέσμες χαρτιού του απόπατου».

Όταν θα ξεσπάσει κρίση εντός της οργάνωσης λόγω των χειρισμών του Α. στην υπόθεση σχηματισμού κυβέρνησης στο Κάιρο (στο XV κεφάλαιο της Αριάγνης) ασκεί κριτική με αμείλικτο τρόπο και επιχειρήματα εναντίον του αλλά δεν προτείνει τη διαγραφή του, όπως διακαώς επιθυμεί ο Σ. Σκέφτεται πάνω απ’ όλα την ενότητα και το ηθικό των αγωνιστών του κινήματος, και αφήνει την κατηγορία να κριθεί με την επιστροφή στην Ελλάδα. Παίρνει όμως εκείνα τα κατάλληλα μέτρα για να απομακρύνει τον Α. από το χώρο ανάπτυξης των ύποπτων συναλλαγών του, τον ρίχνει στην καθοδήγηση των μεραρχιών που κινούνται σε υποχρεωτικά γυμνάσια στην έρημο. Κι αυτός με τον Γαρέλα και τον Σ. από κοντά του.

Όταν αργότερα θα χρειαστεί να εμφανιστεί ο Φάνης στην πορεία για να εμψυχώσει τους φαντάρους, μας λέει ο συγγραφέας ότι βάδιζε περήφανα κουτσαίνοντας λίγο, και όλοι τον χαιρετούσαν, γιατί όλοι τον ήξεραν με τ’ όνομά του, και αναγνώριζαν στο πρόσωπό του, αν και στο βαθμό ήταν δεκανέας, τον πραγματικό Ταξίαρχο.

Η τέχνη της πολιτικής ηγεσίας

ΑΠΟ ΤΟ «ΑΝΘΡΩΠΑΚΙ» ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΙΚΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ ΣΤΟΝ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ «ΦΑΝΗ»

Ο αναγνώστης της Λέσχης και της Αριάγνης αξίζει να σταθεί στις σελίδες που περιγράφονται οι συνεδριάσεις της οργάνωσης. Εκεί θα εντοπίσει δύο διαφορετικά παραδείγματα ηγεσίας: το ένα βασίζεται στο κύρος του καθοδηγητή, ο οποίος έχει το δικαίωμα μιας εξαντλητικής εισήγησης αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια για συζήτηση και εξέλιξή της· είναι το παράδειγμα του Ανθρωπάκι. Το άλλο βασίζεται στη συλλογική ευφυία και παρακίνηση των μελών· είναι ο τρόπος του Φάνη. Δίνει την ευκαιρία σε όλους να αναπτύξουν σύντομα τις απόψεις τους, συνθέτει αλλά δεν καταστέλλει, και κρίνει με γνώμονα το όφελος του όλου κινήματος και όχι της μιας ή της άλλης μερίδας με την οποία μπορεί ο ίδιος να συντάσσεται.

Πρότυπο ηγέτη που οργανώνει, ακούει, εμπνέει. Και την όποια διαφωνία προκύπτει ανάμεσα στον καθοδηγητή Α. και τον διανοούμενο Σ. δεν την λύνει με ψηφοφορίες υπέρ του ενός ή του άλλου. Βλέπει κριτικά τις θέσεις και των δύο, γνωρίζοντας τη χρησιμότητα του καθενός στον αγώνα. Και φροντίζει οι αντιθέσεις εντός της οργάνωσης να μην παίρνουν ανταγωνιστικό χαρακτήρα, αλλά να λύνονται δια της πράξης. Αλλά σε αυτό βοηθά ο συγκεκριμένος ορισμός των προτεραιοτήτων: η διαφύλαξη του ηθικού και της ενότητας εντός του στρατεύματος, ο αντιφασιστικός και αντιμοναρχικός του χαρακτήρας. Προξενεί εντύπωση στις περιγραφές των συνεδριάσεων, η οικονομία στη συζήτηση και το συγκεκριμένο της περιεχόμενο.

Ο άνθρωπος είναι τόσο μεγάλος όσο οι σκοποί του. Στην τριάδα «Ανθρωπάκι – Μάνος – Φάνης» οι δύο πρώτοι, παρά την ανυπολόγιστη συνεισφορά τους στο κίνημα, είναι πιο μικροί, εγκλωβισμένοι συχνά σε ατομικές φιλοδοξίες και ματαιόδοξες ροπές. Αποτελούν μάλλον ένα δίπολο προς υπέρβαση από τον πολιτισμό της κομμουνιστικής ένταξης. Η κοινή τους δίψα για διάκριση, αν και με διαφορετικούς τρόπους, με διαφορετικές ευαισθησίες – χοντροκομμένα ο πρώτος, εξευγενισμένα ο δεύτερος – δείχνουν την προβληματική της επιλογής του ενός ή του άλλου πόλου. Το αλληλοφάγωμά τους υπογραμμίζει αυτή την ανάγκη υπέρβασης και των δύο προς τα μπρος. Η αντίφαση έγκειται στο ότι είναι εξίσου αναγκαίοι και οι δύο αλλά χωρίς την καταλυτική δράση και παρουσία του Φάνη, δεν θα λειτουργούσε η σχέση ηγεσίας στο συγκεκριμένο στάδιο οργάνωσης της πάλης. Η μεγαλοσύνη κι η ανωτερότητα του Φάνη που προκύπτει από την ανιδιοτέλειά του, το καθαρό μυαλό του, την ταξική του αφετηρία και θέλησή του να προσφέρει στον κοινό σκοπό, είναι πιο κοντά στις δυνατότητες διαχείρισης πραγμάτων και όχι προσώπων οι οποίες αναδύονται στην εποχή μας, εποχή που αξιώνει μια πολιτική ένταξη ανώτερου τύπου, πέρα από την παλιά σχέση ατομικού – συλλογικού.

Διανόηση και κομματικότητα

ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Το σημείο καμπής, επανόρθωσης και επαναπροσδιορισμού της πολιτικής σχέσης του Σ. με το κίνημα, αλλά και το σημείο μιας πολιτικής και ψυχολογικής στροφής για τον ίδιο είναι όταν το Ανθρωπάκι τον βρίσκει και του ζητά να επανέλθει στην ενεργό δράση, αναθέτοντάς του τη σύνταξη του παράνομου εντύπου «Μαχητής» που θα διακινείται μέσα στις μονάδες με σκοπό τη διατήρηση του ηθικού και την ενημέρωση των στρατευμένων για τις πολιτικές και πολεμικές εξελίξεις. Αναγνωρίζοντας η οργάνωση τις ιδιαίτερες κλίσεις και ικανότητές του, δίνει στον Μάνο μια γραφομηχανή Ρέμινγκτον, και του εξηγεί τη λειτουργία ενός ολόκληρου μηχανισμού για την εκτύπωση και τη διακίνηση του φύλλου.

Η επιτυχία του «Μαχητή» θα είναι μεγάλη. Ο Σ. έχει βρει τον εαυτό του, γιατί έχει βρει την πειθαρχία του: «Ένιωθα κάτι να δουλεύει μέσα μου και να γλυκαίνει τα σπλάχνα και το μυαλό μου. Γινόμουν καλύτερος. Μικροφιλότιμα και φιλοδοξίες τα ξεπερνούσα, ο σκοπός, τ’ αποτέλεσμα μ’ ένιαζε». Δεν είναι τώρα μόνο στοχαστικός και ευαίσθητος, είναι και μαχητής. Έχει εντάξει την ευαισθησία του στο κίνημα. Έτσι φτάνει να ανακαλύψει ότι δεν ήταν αυτός που το είχε κάνει, ούτε το Ανθρωπάκι ή ο Γαρέλας ή κανένας από αυτούς, ήταν η ιδεολογία και ο σκοπός του αγώνα που έπαιρνε ό,τι καλύτερο είχε να δώσει ο καθένας τους για να το ρίξει στη μάχη κατά του φασισμού, για την απελευθέρωση της Ελλάδας.

Οι Άγγλοι θα αναζητούν εναγωνίως τον συντάκτη του εντύπου το οποίο κάνει θραύση στις ελληνικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Ο Ρίτσαρντς, που αναγνωρίζει το ύφος, δεν θα μιλήσει. Όπως εύστοχα είχε εκτιμήσει ο ίδιος ο Μάνος, «είναι αντιδραστικός, αλλά όχι καταδότης». Ο Ρίτσαρντς που στις στιγμές της αδυναμίας και της εσωτερικής αναζήτησης υπήρξε πιο κοντά του από οποιονδήποτε σύντροφο. Αυτόν τον εστέτ φιλόλογο με την διακριτική απέναντί του ερωτική διάθεση, που όπως ο Έλιοτ διακήρυσσε ότι σε μια κρίσιμη στιγμή θα προτιμήσει να πεθάνει μαζί με τους φίλους του παρά για οποιαδήποτε ιδεολογία, θα φέρει σε αντιπαράθεση στο δεύτερο μέρος της τριλογίας με τον άνθρωπο του λαού, τον απλό, αγαπητό Γαρέλα για να οδηγηθεί στο τελικό ξεκαθάρισμα μέσα του: «Μας χώριζε άβυσσος [εν. με τον Ρίτσαρντς] … Θυμήθηκα το Γαρέλα, τα λόγια του, την απλή κι ατράνταχτη λογική του: “Βάλε καλά στο νου σου. Θα τον φάμε το χιτλερισμό… Εγώ δεν πήγα στη Γερμανία να του γκρεμίσω το σπίτι, να του σκοτώσω τη γυναίκα και να πεθάνω το παιδί του της πείνας. Αυτός όμως ο μπάσταρδος μου τόκανε”. Δυο αλήθειες, δυο κόσμοι. Δε χωρούσε ο παραμικρός δισταγμός. Στεκόμουν από την καλή μεριά».

Η τριλογία συγκροτεί ένα ρεαλιστικό στερέωμα του αγώνα για να υπάρξει συντροφικότητα, της αγωνίας να ηττηθούν όλοι οι υπονομευτές της, να βρει ο άνθρωπος το δρόμο της εξόδου από το βούρκο της προϊστορίας του. Περιέχει όλη τη μελαγχολία και το ερώτημα αν είμαστε καταδικασμένοι σε φαύλους κύκλους μικρο-ιδιοκτησίας και εγωισμού, υποταγής στο σάπιο κόσμο και τις αξίες του. Ο διανοούμενος Μάνος Σιμωνίδης, βάζει τα ερωτήματα όχι για να απαντήσει ο ίδιος. Μόνος του δεν μπορεί, κανείς δεν μπορεί. Η φύση του τον τραβάει σε μελαγχολία και αδιέξοδες εμπειρίες όταν το συλλογικό δεν λειτουργεί. Οι άνθρωποι των μηχανισμών τον καταστρέφουν. Το ζήτημα είναι ο Φάνης και όλοι οι άνθρωποι του λαού, όπως ο Φάνης, να μπορέσουν να εξυψωθούν πάνω από τον πολιτισμό που τους κρατά αιχμάλωτους της συγκυρίας και της τρομερής εξουσίας.

(Πριν,  8.8. 2010)