Η ακροδεξιά πίσω από το παραβάν

Στην πέμπτη θέση, λίγο πίσω από τους Ανεξάρτητους Έλληνες, κατατάχθηκε τελικά ο Λαϊκός Σύνδεσμος – Χρυσή Αυγή στις εκλογές της Κυριακής 17 Ιουνίου 2012. Έλαβε 425.980 ψήφους, ποσοστό 6,92% και 18 έδρες στο Κοινοβούλιο. Το αποτέλεσμα αυτό διέψευσε τις προσδοκίες όσων υπολόγιζαν ότι η δύναμη του κόμματος θα μειωθεί μετά τη δημόσια κατακραυγή για τη γνωστή βίαιη συμπεριφορά του εκπροσώπου του σε πρωινή τηλεοπτική εκπομπή ή μετά τις αποκαλύψεις σε μερίδα του τύπου για την εγκληματική δράση μελών του.

Η αξιοσημείωτη σταθερότητα που επέδειξε η Χ.Α. στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις Μαΐου και Ιουνίου – μόνο αυτή και η Δημοκρατική Αριστερά από τους μικρότερους πολιτικούς σχηματισμούς κατάφεραν να συγκρατήσουν τις δυνάμεις τους – αποτελεί αντικείμενο μελέτης. Πάντως φαίνεται ότι, για διαφορετικούς λόγους από τη ΔΗΜΑΡ, δεν την επηρέασε το κλίμα πόλωσης και ο χαρακτήρας δεύτερου γύρου που είχαν οι εκλογές της 17ης Ιουνίου. Ψηφίζοντας κάποιος Χ.Α. δήλωνε εκτός της όποιας συζήτησης για κυβερνητική λύση, εκτός του κεντρικού πολιτικού τόξου συμμαχιών και αντιπαραθέσεων. Ήταν ξεκάθαρο ότι κανένα κόμμα δεν θα επιθυμούσε προς το παρόν την ανοιχτή συνεργασία μαζί της.

Αύξησε τις δυνάμεις της κυρίως σε νησιωτικούς νομούς που δεν είχε συγκεντρώσει ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά στις εκλογές του Μαΐου (Χανίων, Ρεθύμνης, Χίου, Σάμου, Ηρακλείου). Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτή η άνοδος αποδίδεται στα υψηλά ποσοστά που έδωσαν τμήματα στα οποία ψηφίζουν αστυνομικοί βάσει ειδικών εκλογικών καταλόγων. Αύξησε επίσης τις δυνάμεις της στον ανδρικό πληθυσμό, με έναν στους δέκα άνδρες ψηφοφόρους να την προτιμούν. Αντίθετα στις γυναίκες έχασε δύο μονάδες, με μία στις τρεις ψηφοφόρους του Μαΐου να την εγκαταλείπουν. (Στοιχεία: Public Issue.)

Τη μεγαλύτερη μείωση σημείωσε στην Κορινθία όπου είχε πετύχει τον Ιούνιο το υψηλότερο ποσοστό της: 12%. Έχασε στο νομό αυτό 2 ποσοστιαίες μονάδες. Υποχώρησε επίσης χάνοντας μία ποσοστιαία μονάδα στην Α΄ Αθηνών, όπου από 25.587 ψήφους τον Μάιο (8,8%) έπεσε στους 22.448 ψήφους τον Ιούνιο (7,8%). Μικρότερη ήταν η μείωση που υπέστη στη Β’ Αθηνών (-0,34%). Στα μεσοαστικά Βριλήσσια, για παράδειγμα, επιδεικνύει απόλυτη σταθερότητα (4,7%). Το ίδιο και στο γειτονικό Χαλάνδρι (5,1%). Σταθερό, αν και σε σαφώς πιο υψηλά επίπεδα, παραμένει το ποσοστό της στους Αγίους Αναργύρους (8,7%). Στο Υπόλοιπο Αττικής αντίθετα, το ποσοστό του κόμματος σημείωσε μια μικρή αύξηση. Στην Παιανία, για παράδειγμα, είχε πάρει τον Μάιο 640 ψήφους (7,75%) για να φτάσει τον Ιούνιο 730 (9,02%).

Τα στοιχεία δείχνουν ότι ένας στους δύο ψηφοφόρους που επέλεξαν τη Χ.Α. αναφέρει ότι ταυτίζεται απολύτως με το κόμμα αυτό. Υψηλότερο ποσοστό ταύτισης παρουσιάζει μόνο το ΚΚΕ το οποίο είδε όμως τεράστιες απώλειες στις δεύτερες εκλογές. Πράγμα που σημαίνει ότι ενώ οι ψηφοφόροι του Κομμουνιστικού Κόμματος που δεν ταυτίζονται απολύτως μαζί του έφυγαν προς το ΣΥΡΙΖΑ μπροστά στο φόβο της επικράτησης της δεξιάς, οι αντίστοιχοι ψηφοφόροι της άκρας δεξιάς δεν υπολόγισαν τον «κίνδυνο» της επικράτησης ενός αριστερού κόμματος.

Υψηλότατη συσπείρωση των ψηφοφόρων που την επέλεξαν τον Μάιο, της τάξης του 85%, δείχνουν οι εκτιμήσεις. Πραγματικά κατέγραψε ελάχιστες απώλειες προς τη ΝΔ (5,3%) καταφέρνοντας να αποσπάσει ένα μικρό μέρος ψηφοφόρων που τον Μάιο πήγαν στη ΝΔ, ως πιθανή διαμαρτυρία για τη διεύρυνση του δεξιού μετώπου με αντιδημοφιλείς νεοφιλελεύθερες δυνάμεις, ενώ περισσότερο ανοικτός παρέμεινε ένας δίαυλος μετακινήσεων από και προς τους Ανεξάρτητους Έλληνες, ίσως τον πιο κοντινό πολιτικό συγγενή του σχήματος. Φαίνεται ότι περίπου ένα 10% της εκλογικής δύναμης του Μαΐου έφυγε προς το κόμμα του Πάνου Καμμένου, ενώ ένα 5% περίπου της εκλογικής δύναμης αυτού του κόμματος κινήθηκε αντίθετα προς τη Χ.Α. (Εκτιμήσεις Εκλογικών Μετατοπίσεων της VPRC.)

Στην ερώτηση γιατί ψήφισαν τη «Χρυσή Αυγή» οι πρώτες αυθόρμητες απαντήσεις είναι: 29% για διαμαρτυρία, αγανάκτηση, τιμωρία. 27% για το μεταναστευτικό, τη φύλαξη των συνόρων. Ένα 14% λέει «Με εκφράζει το πρόγραμμά της», ενώ στον πατριωτισμό και στην υπεράσπιση εθνικών θεμάτων αναφέρεται το 13%. (Στοιχεία: Public Issue.) Είτε το θέλουμε είτε όχι, ήταν αυτό ακριβώς το στοιχείο της «τιμωρίας» και της αγανάκτησης που επιβλήθηκε στις πλατείες του περασμένου καλοκαιριού – ανεξάρτητα από τις όποιες προσπάθειες σύνταξης πολιτικού λόγου στις λαϊκές συνελεύσεις. Αντιπολιτικές κραυγές εναντίον όλων των βουλευτών και όλων των κομμάτων, γνωστά συνθήματα και χειρονομίες, δημιούργησαν ένα κλίμα ευνοϊκό για την εκτίναξη της απήχησης της οργάνωσης. Γιατί ήταν η μόνη οργάνωση που μπορούσε να ρίξει με επιτυχία το μήνυμα «εναντίον όλων», με την υποστήριξη ασφαλώς δύο κρίσιμων παραγόντων του σύγχρονου κράτους και εξουσίας: των ΜΜΕ και της Ελληνικής Αστυνομίας.

Στις εκλογές του Μαΐου μεγαλύτερες επιδόσεις κατέγραψε το κόμμα στις παραγωγικές ηλικίες (25-45 ετών), σε πληθυσμούς μεσαίου μορφωτικού επιπέδου και κυρίως σε ανέργους και στρώματα της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης. Είναι χαρακτηριστική επίσης η ενισχυμένη εκλογική της παρουσία στα σώματα ασφαλείας και ειδικά στην Αστυνομία, ενώ μικρότερη δύναμη παρουσιάζει στα στελέχη του Ελληνικού Στρατού. (Στοιχεία: VPRC.)

 

Ρημαγμένες λαϊκές συνειδήσεις

Η Αστυνομία, το κατ’ εξοχήν πεδίο της συντηρητικής λαϊκής συγκρότησης, που ελεγχόταν ανέκαθεν από τη δεξιά, κέντρο του κρατικού μηχανισμού καταστολής, που ποτέ δεν εκδημοκρατίστηκε και πάντα χρησιμοποιήθηκε για την αντιμετώπιση του λαϊκού κινήματος και του κινήματος της νεολαίας, έχει κεντρικό ρόλο στο νέο αυταρχικό σκηνικό που φιλοτεχνείται, και μάλιστα ρόλο συντονισμού των όποιων δράσεων αναλαμβάνονται από «εξωτερικούς συνεργάτες» για την επιβολή του φόβου και της τάξης. Το φαινόμενο «Χρυσή Αυγή» συνδέεται με τη λειτουργία αυτού του κέντρου και σε ένα βαθμό αυτονομείται.

Μέρος της κοινωνίας αποδέχεται τη βία που συνοδεύεται από τη μυθολογία του αντιπολιτικού αφού πρώτα έχει εκπαιδευτεί σε τρόπους ωμούς, αντι-πολιτικούς, στις πελατειακές σχέσεις και στα δίκτυα αγοραπωλησίας συνειδήσεων που κυριάρχησαν σε όλο το εύρος της μεταπολίτευσης, αλλά οι ρίζες τους περνάνε μέσα από τη δικτατορία και φτάνουν στην οικοδόμηση του μετεμφυλιακού κράτους. Η ύπαιθρος, τόπος άνθισης του μεγαλύτερου δημοκρατικού κινήματος που υπήρξε στη χώρα, έγινε τόπος εξόντωσης, εκμαυλισμού συνειδήσεων και νέου συντηρητισμού. Αλλά και οι πόλεις που υποδέχονταν τα εξόριστα παιδιά της ελληνικής αγροτιάς, όπως δείχνει το εξαιρετικό θεατρικό του Γ. Σεβαστίκογλου «Αγγέλα», έγιναν τόποι στρατολόγησης των δικτύων εξουσίας και των παρακρατικών κέντρων.

Ακόμα, για να επιστρέψουμε στη σημερινή εποχή, όπως έγραψε ο Δημήτρης Σεβαστάκης στην Αυγή: «Η Χρυσή Αυγή συναντάει, αναμορφώνει και διπλασιάζει μέρος της διαχεόμενης κοινωνικής βίας. Δεν είναι ο πόλος συγκρότησης του φαινομένου, αλλά ο σφετεριστής του […] είναι η Ποπ κουλτούρα όπως ανασυγκροτείται από την κρισιακή Ελλάδα. Είναι λάθος να πιστεύει κανείς ότι εξαφανίζοντας τη Χ.Α. απαλείφει το φαινόμενο. Η βία προκύπτει από το μαζικό αίσθημα αποκλεισμού και ματαίωσης».

Ένα ποπ φαινόμενο – ακριβώς. Πιτσιρίκια στις παραλίες μιλάνε στα κινητά τους ή κάνουν πλάκα για τον Κασιδιάρη όπως άλλοτε μιλούσαν για το Σάκη Ρουβά. Στα σχολεία οι μαθητές που νιώθουν ότι υστερούν στο πεδίο της γνώσης και αναζητούν ένα άλλο πεδίο διάκρισης ανακαλύπτουν τη γοητεία της στολής και της πειθαρχίας. Παιδιά που δεν κάνουν ξένες γλώσσες, χορό, αθλητισμό. Παιδιά που δηλώνουν αστυνομικές σχολές για σίγουρη δουλειά, που θα δουλέψουν στη νύχτα ή θα στρατολογηθούν αργότερα από τις υπηρεσίες ασφαλείας για ένα χαρτζιλίκι. Παιδιά μιας ρημαγμένης λαϊκότητας που δεν έρχεται πλέον να βολευτεί αλλά να σκοτώσει στην πιο βρώμικη δουλίτσα που επιφυλάσσει ο καταμερισμός της εργασίας στη σκοτεινή εποχή της ατομικότητας που μάχεται να σταματήσει την επερχόμενη εποχή του ανθρώπου.

(ΠΡΙΝ, Κυριακή 24 Ιουνίου 2012)

Η ζεστασιά των ανθρώπων του αγώνα

«Τα χιόνια του Κιλιμάντζαρο», σε αντίθεση με τον τίτλο της, είναι μια πολύ ζεστή ταινία για τη φιλία, τη συντροφικότητα, την αλληλεγγύη, τα ιδανικά της μαχόμενης και οργανωμένης εργατικής τάξης που φθίνουν σε έναν καινούργιο κόσμο ατομικής απόγνωσης και βίας.

Μεγάλωσαν μαζί, φίλοι από παιδιά, μπήκαν μαζί στη δουλειά, οργανώθηκαν στο συνδικάτο, παντρεύτηκαν νωρίς και έκαναν οικογένεια, πρωτοστάτησαν  στις απεργίες και στους εργατικούς αγώνες. Τώρα στα πενήντα τους, σε μια άλλη εποχή, έμειναν πιστοί στις ωραίες γυναίκες τους και προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανή την ιδεολογία τους, το σωματείο, που ανήκει στη δύναμη της CGT, τους ήρωες των παιδικών χρόνων, τον άνθρωπο αράχνη αλλά και τον Ζωρές, την ιδέα του σοσιαλισμού, είτε του 1936 είτε του 1972, και την αλληλεγγύη, αλλά δεν είναι καθόλου εύκολο.

Η παγκοσμιοποίηση, η κρίση, απειλεί να ανατινάξει όχι μόνο τις εργασιακές σχέσεις, αλλά και τους προσωπικούς δεσμούς. Ο ένας από τους δύο απολύεται, αφού, παρότι μέλος της διοίκησης του σωματείου βάζει στην κληρωτίδα το όνομά του γιατί δεν θέλει να κάνει χρήση των συνδικαλιστικών προνομίων, όπως λέει. Η κλήρωση ίσως δεν ήταν η πιο δίκαιη λύση, ίσως ήταν ένας αναγκαίος συμβιβασμός απέναντι στην πίεση της εργοδοσίας. Δεν είναι σίγουρος.

Η ζωή συνεχίζεται κι αυτός γυρίζει στο σπίτι – προσφέροντας την εργασία του στις ανάγκες του νοικοκυριού. Μαγειρεύει για τη γυναίκα του που ξενοδουλεύει, και μαστορεύει στα σπίτια των παιδιών του. Στη γιορτή που οργανώνεται για την επέτειο του γάμου του, λέει στη Μαρί Κλερ ότι την αγαπούσε και την αγαπά ακόμα και δέχεται για δώρο από τους φίλους του ένα κουτί με λεφτά και εισιτήρια για το χιονισμένο Κιλιμάντζαρο. Μετά από κόπους τόσων χρόνων δικαιούται κι αυτός να απολαύσει ένα ταξιδάκι σαν κι αυτά που συνηθίζουν να κάνουν οι μισθωτοί της μεσαίας τάξης. Γίναμε μεσοαστοί; αναρωτιέται με τη γυναίκα του με κάποια ενοχή.

Αλλά τι μεσοαστοί είναι αυτοί που μοιράζουν διαφημιστικά και φυλάνε ηλικιωμένες γυναίκες, καταπίνοντας συχνά προσβολές από τους εργοδότες τους, για να ζήσουν; Έτσι, σαν βολεμένους, μπορεί να τους βλέπουν οι κομπλεξικοί νεότεροι, που βιώνουν μια χειρότερη εργασιακή και ευρύτερη ανασφάλεια για τη ζωή τους και δεν γνώρισαν ποτέ τις βεβαιότητες που διέτρεχαν τις ζωές των εργατών της προηγούμενης βάρδιας.

Σε αυτόν τον αντίποδα στέκεται εκείνος. Ο τρομερός νέος, για λίγο συνάδελφος αλλά ποτέ σύντροφος, που απειλεί τη γαλήνη τους, αφού πάνω στην απόγνωσή του, όταν απολύεται και δεν έχει φράγκο ούτε για το νοίκι ούτε για τη φροντίδα των δύο μικρών του αδελφών τους οποίους έχει αναλάβει μετά την απόφαση της μητέρας τους να φύγει με έναν άντρα, αποφασίζει να τους ληστέψει, αυτούς που φαίνεται να μισεί όσο και τα αφεντικά, και να αρπάξει το κουτί με τα λεφτά του μικροαστικού ονείρου.

Ο ίδιος δεν ταλαντεύεται, ούτε δείχνει να έχει ηθικούς ενδοιασμούς ή να μετανιώνει για την πράξη του. Έχει τη βία και την ατομική συνείδηση του εξαγριωμένου ανθρώπου που δεν γνώρισε ούτε της οικογένειας τη θαλπωρή ούτε την προστασία των ρυθμισμένων εργασιακών σχέσεων ούτε αναγνωρίζει στο συνδικάτο κάποια ουσία, στην εποχή της εξατομίκευσης και της ευελιξίας. Όμως ο πρωταγωνιστής της ταινίας, ο τίμιος εργάτης και ανιδιοτελής συνδικαλιστής ηγέτης της παλιάς γενιάς, δεν είναι καθόλου σίγουρος ότι έκανε το σωστό, όταν, αφού μετά από μια σύμπτωση τον ανακαλύψει, τον καταδίδει τελικά στην αστυνομία.

Πυκνά ερωτήματα θέτει η ταινία, που στο σύνολό της αποτελεί ένα σπουδαίο σχόλιο για τις αντιθέσεις εντός της εργατικής τάξης στην εποχή της εξατομίκευσης, αν και δεν αποφεύγει σε κάποια σημεία το μελόδραμα – το οποίο μάλλον μειώνει την αξία του έργου. Το στόρι έχει ένα γαλλικό χάπι εντ, που υπογραμμίζει την ομορφιά και την ηθική ανωτερότητα των αγωνιστών, που απορρίπτουν κάθε μικροαστικό όνειρο ερχόμενοι σε σύγκρουση και με τα ίδια τα παιδιά τους, αλλά αυτά που δίνει στο θεατή είναι πολύ περισσότερα.

(ΠΡΙΝ, Κυριακή 18 Μαρτίου 2012)

Συνομιλώντας με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο (2009)

Μία είναι η ταινία που γυρίζει σε όλη του τη ζωή, με πολλές παραλλαγές. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος συνομιλεί με την ιστορία έχοντας στραμμένο το βλέμμα του σε ένα εσωτερικό βαθύ παρόν. Εδώ όπου συμπυκνώνονται παρελθόν και μέλλον. Βλέπει και προσπαθεί να καταλάβει την εποχή του, εστιάζοντας το φακό του στο τελευταίο μισό του εικοστού αιώνα, αλλά μιλώντας σε έναν ενιαίο παροντικό ιστορικό χρόνο. Τώρα ξέρουμε, ακόμα και οι νεότεροι, και οι πιο ανίδεοι: Όλα είναι εδώ. Το παρελθόν δεν είναι νεκρό. Το μέλλον δεν αργεί.
Και το ταξίδι συνεχίζεται. Την ερχόμενη Πέμπτη 12 του Φλεβάρη βγαίνει στις κινηματογραφικές αίθουσες η δεύτερη ταινία της τριλογίας με τίτλο «Η σκόνη του χρόνου». Επιδιώξαμε να συζητήσουμε μαζί του όχι μόνο για το έργο του, αλλά και για τη συγκυρία καθεαυτή. Τις μεγάλες προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας.
Το πρώτο πράγμα που θέλαμε να τον ρωτήσουμε ήταν για τη νεανική εξέγερση του Δεκέμβρη. Ό,τι είχε να πει το είπε σε μια εκδήλωση στην πόλη της Φλώρινας στην οποία διάβασε το παρακάτω κείμενο: «Αν μιλούσε η οργή και η ταραχή που ένιωθα καθώς γύριζα στην Ελλάδα, θα έπρεπε να ζητήσω αναβολή αυτής της τιμητικής εκδήλωσης. Όμως όχι. Σκέφτηκα καλύτερα να μοιραστώ με μια πανεπιστημιακή κοινότητα την ταραχή και την οργή. Το παιδί που χάθηκε συμβολίζει πια το σώμα της αθωότητας που προσκρούει σε έναν κλειστό ορίζοντα. Ό,τι ακολούθησε φέρνει στην επιφάνεια όσο τίποτα την παθογένεια μιας κοινωνίας βυθισμένης στην αδιαφορία και τη διαπλοκή. Χωρίς πίστη, χωρίς έρμα. Λάφυρο του ανέμου. Κύρια όμως φέρνει στην επιφάνεια την οξύτητα του προβλήματος μιας νεότητας αντιμέτωπης με ένα αύριο χωρίς όνομα. Στην ταινία “Το μετέωρο βήμα του πελαργού”, που γυρίστηκε εδώ στη Φλώρινα το 1991, μέσα σε συγκρούσεις, ταραχές και αφορισμούς, ένας πολιτικός αφήνει ένα βιβλίο του πριν εγκαταλείψει τη βουλή με τίτλο “Η μελαγχολία του τέλους του αιώνα”. Το βιβλίο κλείνει με ένα ερώτημα: “Με ποιες λέξεις κλειδιά θα μπορούσαμε να δώσουμε ζωή σε ένα καινούργιο συλλογικό όνειρο;” Όνειρο; Ελπίδα. Μια ελπίδα που αρνείται να αποδεχθεί ότι η θλιβερή μας κοινωνία, το διαβρωμένο κοινωνικοπολιτικό σύστημα μπορεί να αλλάξει. Οι αναβαθμοί ελπίδας γίνονται αναβαθμοί δυνατότητας αλλαγής του κόσμου. Αυτό είναι για μένα το πιο θετικό στην εξέγερση των μαθητών σε Αθήνα, Ελλάδα και ίσως αύριο στον κόσμο. Ας ευχηθούμε να ζούμε την πρόγευση αυτού που κάποιος βιάστηκε να θεωρήσει βέβαιο. Ένα τέλος εποχής».

Θα ήθελα να μιλήσουμε πρώτα απ’ όλα για αυτά που συμβαίνουν σήμερα. Πώς βλέπετε την εποχή που ανοίγεται μπροστά μας; Τι φέρνει η καπιταλιστική κρίση;

Το εντυπωσιακό είναι ότι πλέον αστοί διανοούμενοι ανακαλύπτουν ξανά τον Μαρξ και την ανάλυσή του για τον καπιταλισμό. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την αναγκαιότητα ελέγχου της αγοράς από το κράτος. Το πνεύμα του οικονομικού φιλελευθερισμού, το περίφημο laissez faire, laissez passer, le monde va de lui même! έχει πεθάνει, καθώς αποδείχθηκε ότι η αγορά δεν μπορεί να αυτορυθμιστεί. Μπαίνουμε λοιπόν σε μια νέα περίοδο που θα οδηγήσει την αστική τάξη σε υποχωρήσεις, αλλά δεν πιστεύω ότι αυτό περιγράφεται ακριβώς με τον όρο της επαναστατικής ή προεπαναστατικής κατάστασης. Δεν βλέπω δηλαδή μια πολιτική ανατροπή, παρ’ όλα αυτά. Βέβαια, η κρίση μπορεί να φέρει μια νέα συνειδητοποίηση του κόσμου, των εργαζομένων, όλων, γιατί κανείς δεν είναι ικανοποιημένος με αυτή την κατάσταση. Αλλά, σε σχέση με παλιότερα, σήμερα είναι πιο δύσκολο να προβλέψεις τι θα γίνει. Θα ’λεγε κανείς ότι υπάρχει αυτό που λέει η ταινία, ένα τοπίο στην ομίχλη, όπου δεν μπορείς να δεις μακριά, παρά μόνο λίγο πιο κοντά, λίγο πιο πέρα από κει που είσαι… Θα δούμε.

Μιλάτε για υποχωρήσεις της αστικής τάξης και σκέφτομαι ότι το εργατικό κίνημα έχει ήδη υποχωρήσει πολύ.

Το εργατικό κίνημα στις μέρες μας δεν συμπλέει με την Αριστερά – και αυτό είναι ένα καινούριο φαινόμενο. Όχι τελείως καινούριο, αλλά σίγουρα κάτι για το οποίο θα πρέπει να διερωτηθεί η Αριστερά. Κάτι συμβαίνει. Δεν είναι η ίδια κατάσταση που υπήρχε κάποτε. Κάποτε η Αριστερά ξεκίναγε από την εργατική τάξη, από τα εργατικά κινήματα. Μερικοί επιμένουν να επικαλούνται ότι αντιπροσωπεύουν… αλλά δεν αντιπροσωπεύουν, στην πραγματικότητα. Αυτά είναι πάντως προς μελέτη, όλων των αριστερών κινήσεων και κομμάτων. Τι αντιπροσωπεύουν. Εν ονόματι ποιου ή σε ποιον απευθύνονται.

Και πώς συνδέουν τα σύμβολα της εποχής του Λένιν και του Μπελογιάννη με αυτά που ζούμε σήμερα. Πώς επιστρέφουμε στην υλιστική διαλεκτική…

Είναι μια άλλη εποχή. Δεν είναι θέμα επιστροφής, είναι θέμα αναζήτησης ενός καινούριου πολιτικού λόγου. Για μένα, αυτό που πρέπει να προκύψει και το μέλλον της Αριστεράς… και ο όρος δεν ξέρω αν θα ισχύει, αλλά ας πούμε έτσι… ποια θα είναι η θέση της Αριστεράς εάν δεν έχει καινούριο πολιτικό λόγο. Το μεγάλο πρόβλημα εδώ και χρόνια είναι ότι είμαστε συνέχεια μόνο άρνηση, κριτική. Δεν υπάρχει νέος πολιτικός λόγος που να μπορεί να παντρευτεί τη σημερινή συγκυρία και τα προβλήματα που γεννιόνται από δω και πέρα. Αυτό το πρόβλημα το διαισθανόμουν εδώ και πάρα πολύ καιρό. Απλώς όλοι μας, όσοι ανήκουμε στην Αριστερά, είμαστε κάπως… κολλημένοι σε κάποια πράγματα.

Αυτό εξηγείται από τα αντανακλαστικά του αμυνόμενου που είχαμε μετά τον εμφύλιο…

Αυτό το πράγμα δεν υπάρχει πια. Τελείωσε από τη στιγμή που σε μια κυβέρνηση που έγινε μετά τη μεταπολίτευση συμμετείχε και το ΚΚΕ με το Φλωράκη.

Πάντως αυτή τη στιγμή σχεδόν την έχουν ξεχάσει, υπάρχει μια περίεργη σιωπή…

Καλά, άσ’ το αυτό… Ε, βέβαια υπάρχει σιωπή… Εκεί τελείωσε πάντως.

Για την εποχή που έρχεται σκεφτόμουν ότι ίσως είναι ένα περίεργο μείγμα: μέρες του ’36 και μέρες του ’65 μαζί. Εσείς ζήσατε τα Ιουλιανά…

Άλλο πράγμα… Κάποτε είπα για όλο αυτό ότι τότε τραγουδούσαν οι δρόμοι. Τώρα, πέρα απ’ τα παιδιά που κατέβηκαν χωρίς να καταλαβαίνουν γιατί κατεβαίνουν, αλλά όλοι το διαισθανόμασταν, αυτή τη διαμαρτυρία για έναν κόσμο που δεν μας αρέσει… αυτό που χαλάει την ιστορία είναι όταν ο άλλος πάει και σπάει – ουσιαστικά υπονομεύει αυτή την ιστορία, γιατί δίνει άλλοθι και στην καταστολή και στην αντίδραση όλων των υπολοίπων. Δεν είναι πολιτικός λόγος αυτό. Χρειάζεται πρώτα ο πολιτικός λόγος, και αυτό πρέπει να αναζητήσει η Αριστερά. Δεν έρχονται βέβαια τα πράγματα με κουμπάκια. Είναι όμως ένα ψάξιμο που πρέπει να γίνει σε βάθος για την αναζήτηση μιας οραματικής σχέσης με το μέλλον που να ανοίγει μια ιστορική προοπτική. Δεν γίνεται αλλιώς – ειδάλλως είναι ένα ακίνητο πράμα το οποίο θα παραπαίει. Τότε, στα Ιουλιανά, τα πράγματα είχαν ένα στόχο, δεν ήταν απλώς μια εξέγερση, υπήρχαν αιτήματα. Οι φοιτητές μιλάγανε πολιτικά, δεν ήταν άρνηση μόνο. Υπήρχε μια έξαρση, υπήρχε ένα τραγούδι, θα το έλεγα τραγούδι με τη μεταφορική έννοια.

Πείτε μου για την εμπειρία σας στην Αθήνα του 1965, τότε που άρχισαν όλα.

Το ’64 ήμουν ακόμα στο Παρίσι. Είχα κλείσει μια δουλειά με τον Αλέν Ρενέ (είχα μια τρομακτική αποδοχή από τη μεριά των Γάλλων, όλοι περιμένανε πώς και πώς) είχα δηλαδή μια ανοιχτή ιστορία στη Γαλλία. Και κατέβηκα να δω τους γονείς μου πριν ξαναγυρίσω πίσω. Και κατεβαίνοντας, είναι γνωστή η ιστορία, κάπου στα Χαυτεία ήτανε, συγκρούονταν φοιτητές με αστυνομικούς, ξύλο, εγώ έμενα στην Αχαρνών και πήγαινα με τα πόδια, με ένα σακίδιο… και δεν πρόλαβα να καταλάβω τίποτα. Ήρθαν οι αστυνομικοί καταπάνω μου. Έφαγα μια σφαλιάρα στο πρόσωπο, μου έπεσαν τα γυαλιά κάτω και έσπασαν – τότε έσπαγαν τα γυαλιά. Και τα ’χασα. Γυρίζοντας σπίτι μίλησα στο τηλέφωνο με την Τώνια τη Μαρκετάκη που τότε δούλευε στη Δημοκρατική Αλλαγή και έκανε κριτική. «Θόδωρε έμαθα ότι γύρισες, ξέρουμε πώς γράφεις και θέλουμε να είσαι στην εφημερίδα μαζί μας». Λέω «Τώνια, εγώ θα γυρίσω, έχω κλείσει δουλειά». «Καλά εντάξει», μου λέει, «θα τα πούμε». Αλλά εγώ είχα σοκαριστεί αγρίως. Και καθόμουν και σκεφτόμουν. Όλη νύχτα την πέρασα δύσκολα. Σαν να είχα περάσει ένα ψυχολογικό σοκ, έτσι θα το έλεγα. Την άλλη μέρα το πρωί τηλεφώνησα στην Τώνια και της είπα «Εντάξει Τώνια, θα ’ρθω». Κι έμεινα στην Ελλάδα. Ακόμα και όταν οι φίλοι μου στη διάρκεια της δικτατορίας φύγαν όλοι, οι περισσότεροι τουλάχιστον, εγώ έμεινα και άρχισα να κάνω ταινίες. Με σκοπό να καταλάβω όχι μόνο τον εαυτό μου, αλλά για να καταλάβω πού βρισκόμουν. Και πού αλλού να πάω, με την Αναπαράσταση πήγα στη βαθιά Ελλάδα, όχι στην Αθήνα, να ανακαλύψω τη χώρα μου – και έτσι άρχισε αυτή η ιστορία. Θυμάμαι επίσης τη δολοφονία του Πέτρουλα ιδωμένη πάνω απ’ το μπαλκόνι της Δημοκρατικής Αλλαγής, θυμάμαι τη στιγμή της επίθεσης της αστυνομίας στους διαδηλωτές, και στο συμβάν και στο σημείο που έπεσε νεκρός ο Πέτρουλας κοντά στη Χρήστου Λαδά έκανα αναφορά σε ένα ντοκιμαντέρ μου για την Αθήνα…

Πώς ήταν στην εφημερίδα το κλίμα;

Καταπληκτικά. Από τη πλευρά της Αριστεράς σε σχέση με την Αυγή ήταν πρωτοπορία: πιο νεανική, τόσα αξιόλογα πρόσωπα… ήταν καταπληκτικά! Εκτός απ’ το γεγονός ότι η διεύθυνση βέβαια ήταν σκληροπυρηνική. Μια φορά θυμάμαι έγραψα μια αρνητική κριτική για μια ρώσικη ταινία που δε μου άρεσε καθόλου και έγινε χαμός. Φωνάξαν το Βασίλη το Ραφαηλίδη, ο οποίος ήταν στο κόμμα οργανωμένος, και του έκαναν πολύ αυστηρή  επίπληξη για την κριτική που έκανα.

Τον γνωρίζατε από πριν τον Ραφαηλίδη;

Όχι. Γνωριστήκαμε μέσα στη Δημοκρατική Αλλαγή. Από τότε ο Βασίλης έγινε αδερφός μου. Μπορώ να πω για τρεις τέσσερις ανθρώπους που ήταν πνευματικά αδέρφια μου και τους αγαπούσα πολύ. Ένας από αυτούς ήταν ο Βασίλης, μέχρι το τέλος. Παρά τις διαφωνίες που είχαμε σε ορισμένα πράγματα, τις υπερβολές του… Ήταν υπερβολικός αλλά εξαιρετικά ειλικρινής μες στην υπερβολή του.

Τι έκταση δίνατε στα θέματα του πολιτισμού;

Νομίζω ότι ήτανε πάντα σε κεντρική σελίδα, είχε μια πολύ καλή θέση μέσα στην εφημερίδα ο πολιτισμός. Τότε δινόταν πολύ μεγάλο βάρος σε αυτά, ήταν πολύ εντυπωσιακή και έντονη η παρουσία του πολιτισμού στην εφημερίδα, μέσα από κριτικές και άρθρα. Καλά οι κριτικές κινηματογράφου που έκανα εγώ τότε ήταν τελείως άλλο πράγμα από αυτές που γινόταν μέχρι τότε. Ήταν και οι άνθρωποι διαφορετικοί. Δεν μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς τη διαφορά με σήμερα, αλλά τότε ήταν όλα αλλιώς.

Εικόνες από το επόμενο συλλογικό όνειρο

Θυμάμαι έντονα μια σκηνή από Το Λιβάδι που δακρύζει. Εκεί που πιάνεται στα χέρια ο Αρμένης με το συνεργάτη του και όταν τους χωρίζουν λέει «Δεν είναι τίποτα παιδιά, ένας φίλος πρόδωσε».

Το «Αριστερός» δε σημαίνει πάντα ότι είναι κανείς και μεγαλόψυχος, έτσι δεν είναι; Υπήρχαν όμως αυτοί που ήταν όντως έτσι. Εγώ νομίζω ότι ένας απ’ αυτούς ήταν ο Γιάννης ο Ρίτσος. Μιλάω από την προσωπική επαφή που είχα μαζί του. Ο Γιάννης ο Ρίτσος ήταν έτσι. Και άλλοι, ανώνυμοι. Σκληροί ήταν πάρα πολύ οι στενά κομματικοί. Ήταν πολύ κάθετοι, είναι γνωστές οι ιστορίες και από το εσωτερικό το λεγόμενο τότε και από το εξωτερικό, πόσο σκληρά ήταν τα πράγματα και πόσοι σκληροί οι μεν για τους δε. Το κομματικό καθήκον ήταν παραπάνω από αυτό που θα λέγαμε ανθρωπιά. Στο κομμουνιστικό κόμμα στη Σοβιετική Ένωση δεν ήταν έτσι; Οι διαγραφές, οι προγραφές…

Βέβαια δεν ήταν πάντα έτσι ούτε στο μπολσεβίκικο κόμμα…

Η εποχή ακριβώς της επανάστασης, πριν από την επανάσταση, είναι αλλιώς. Για να μεταχειριστώ τη γνωστή φράση του Ταλεϊράνδου που χρησιμοποιεί ο Μπερτολούτσι στην πρώτη πρώτη του ταινία, «Όποιος δεν έζησε την εποχή πριν την επανάσταση δεν ξέρει τι θα πει γλύκα της ζωής». Τότε τα πράγματα είναι γλύκα της ζωής, μετά σκληραίνουν. Ό,τι γίνεται καθεστώς γίνεται θέσεις, γίνεται ταξινόμηση, γίνεται ιεραρχία…

Πάμε στην Ελένη μετά το Λιβάδι που δακρύζει;

Το λιβάδι που δακρύζει δεν έχει καμία σχέση με την επόμενη ταινία – απλώς είναι και αυτή μια ταινία πάνω στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, και οι δύο αναφέρονται στην ίδια περίπου περίοδο. Μόνο το όνομα Ελένη είναι το ίδιο, δεν είναι ούτε καν το ίδιο πρόσωπο. Υπάρχει ένας έρωτας πάντα, έτσι δεν είναι; Στο Λιβάδι που δακρύζει η Ελένη είναι ένα κορίτσι που ερωτεύεται έναν άντρα όπου αυτός φεύγει για την Αμερική. Αυτή θα μείνει πίσω και θα περιμένει.

Η ηρωίδα αυτή δέχεται παθητικά τα χτυπήματα της ζωής, ενώ…

Η Ελένη της πρώτης ταινίας δεν είναι ενταγμένη στην Αριστερά. Βέβαια φυλακίζεται για υπόθαλψη καθεστωτικού, υπομένει πολλά βάσανα αλλά κοιτάξτε, η στάση αυτού που περιμένει δεν είναι παθητική – είναι ενεργητική στάση. Έχει μια μεγάλη εξωπραγματική δύναμη που έχει περάσει και σε μύθους πολλών λαών, όπως ο δικός μας της Πηνελόπης και του Οδυσσέα. Τώρα, στη δεύτερη ταινία της τριλογίας, στη Σκόνη του χρόνου υπάρχει ένα κορίτσι που είναι οργανωμένο στην Αριστερά, ένα υποκείμενο, ή μάλλον υποκείμενο και μετά αντικείμενο της ιστορίας. Διώκεται για τη δράση της, φεύγει από τη χώρα και καταλήγει στην Τασκένδη και από εκεί στο Καζακστάν, κοντά στα σύνορα με τη Σιβηρία. Αυτή έχει γνωρίσει έναν άντρα σε ένα χορό κάπου στη Θεσσαλονίκη, τον οποίο στη συνέχεια χάνει. Θα τον ξανασυναντήσει μετά από τρία χρόνια στην Τασκένδη τη μέρα του θανάτου του Στάλιν. Και όταν όλοι έχουν φύγει μετά το άκουσμα της είδησης, οι δυο τους θα έχουν μια ερωτική συνάντηση μέσα σε ένα βαγόνι… Πρέπει να σου πω ότι ο άντρας τα χρόνια που μεσολάβησαν την έψαχνε παντού και τελικά τη συναντά αφού ταξιδεύει έξω με άλλο όνομα και άλλα ρούχα…

Υπάρχει όμως και ένας άλλος…

Υπάρχει, ναι, και ένας άλλος άντρας, ο οποίος αφού σε μια στιγμή ο πρώτος άντρας θα αναγκαστεί να φύγει για την Αμερική, θα ζήσει κοντά της και θα υπάρξει συμπαραστάτης και φίλος της και τελικά θα την ερωτευθεί. Και εκείνη φυσικά θα αγαπήσει βαθιά και τους δύο.

Λοιπόν η ταινία ξεκινά με την αναγγελία του θανάτου του Στάλιν το 1953 και τον κόσμο να κλαίει…

Πρέπει να σου πω ότι δεκάδες κομπάρσοι, άνθρωποι μεγάλης ηλικίας, έκλαιγαν στ’ αλήθεια στα γυρίσματα, σαν να ξαναζούσαν τη μέρα εκείνη. Γιατί για αυτούς ο Στάλιν ήταν αυτός που έδωσε ζωή στον τόπο τους.

Ο πατέρας ενός λαού, το χαμένο τους στήριγμα, ο αυστηρός πατέρας της ταινίας του Ζβιαγκίντσεφ που επιστρέφει μετά από απουσία δώδεκα χρόνων.

Οι Ρώσοι έχουν μια μακρά παράδοση στην οποία η έννοια του πατέρα είναι θεμελιακή. Η μορφή του πατέρα επανέρχεται στις ταινίες μου και με απασχολεί πολύ λόγω βιωμάτων. Πολύ μικρός μετά το Δεκέμβρη του ’44 θυμάμαι που ψάχναμε με τη μητέρα μου να βρούμε τον πατέρα μου νεκρό – τον είχαν πάρει όμηρο αποχωρώντας από την Αθήνα οι Ελασίτες αλλά εμείς ξέραμε ότι τον είχαν πάει για εκτέλεση… Απίστευτες καταστάσεις. Ώσπου μια μέρα, εκεί που έπαιζα στο δρόμο μπροστά στο σπίτι μας τον είδα να επιστρέφει!… Η «Αναπαράσταση» ξεκινά με την επιστροφή του πατέρα. Ενώ το «Τοπίο στην ομίχλη» είναι η αναζήτηση του πατέρα. Αυτό που ψάχνουν και τώρα τα παιδιά στους δρόμους, τι άλλο είναι; Έναν πατέρα ψάχνουν σε συμβολικό επίπεδο: ένα σταθερό σημείο αναφοράς.

(«Πριν», 8. 2. 2009)

– –

Περισσότερα για τη ζωή και το έργο του Θόδωρου Αγγελόπουλου μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα www.theoangelopoulos.com

Η «λέσχη» της πολιτικής συλλογικότητας

Πενήντα χρόνια μετά την πρώτη της έκδοση, «Η λέσχη» του Στρατή Τσίρκα και ολόκληρη η τριλογία «Ακυβέρνητες πολιτείες» έχει καινούργια πράγματα να μας πει. Ειδικά πάνω στο θέμα της πολιτικής ένταξης και της σχέσης ηγεσίας, διανόησης, κομματικότητας.

5 Αυγούστου 1960 τελειώνει το γράψιμο της «Λέσχης» ο Στρατής Τσίρκας, όπως δηλώνει στο τέλος του μυθιστορήματος με πλάγια τυπογραφικά στοιχεία. Βασισμένο σε βιώματά του, μεταπλασμένα στο εργαστήρι της συγγραφής, το βιβλίο ξαναζωντανεύει την Παλαιστίνη ως τόπο προσφυγιάς την περίοδο του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Και αν ο συγγραφέας χρειάστηκε περίπου είκοσι χρόνια για να κάνει λογοτεχνία την ιστορία που έζησε – μιλώντας για τη δική του αλήθεια με όρους τέχνης – τι μπορούμε εμείς να διαβάσουμε πενήντα χρόνια μετά την πρώτη εκτύπωση;

Όλη η τριλογία «Ακυβέρνητες πολιτείες» – θα ακολουθήσουν η «Αριάγνη» του Καΐρου και η «Νυχτερίδα» της Αλεξάνδρειας – αντέχει στο χρόνο και συναρπάζει. Κάθε ανάγνωση αποκαλύπτει καινούργια πράγματα, άλλα επίπεδα. Δεν θα ασχοληθούμε εδώ με τις αρετές του έργου σε αισθητικό και φιλολογικό επίπεδο, με την πρωτότυπη τεχνική του στην αφήγηση. Θα αγνοήσουμε επίσης το έντονο ερωτικό στοιχείο και τις πυκνές λογοτεχνικές αναφορές, για να ασχοληθούμε με το πρόβλημα του πολιτικού, και ειδικότερα με την πλευρά της κομματικής λειτουργίας, όπως αυτή απεικονίζεται κυρίως στη Λέσχη και στον δεύτερο τόμο της τριλογίας, την «Αριάγνη».

Στους κομματικούς διώκτες του ο Τσίρκας, που καταδικάστηκε σε διαγραφή από την Κ.Ο. Αλεξάνδρειας μετά την άρνησή του να αποκηρύξει τη «Λέσχη», έλεγε ότι δεν διαβάζουν σωστά. «Σταθείτε, τους λέω, δε διαβάζετε σωστά. Και γιατί βιαζόσαστε; Τώρα γράφω το δεύτερο μέρος, θα υπάρξει και τρίτο, αν ζήσω. Τότε θα καταλάβετε καλύτερα».

Η κριτική δικαίωσε τον Τσίρκα, με τη μέγιστη συμβολή της φίλης του και μελετήτριας του έργου του Χρύσας Προκοπάκη. Σήμερα, μπροστά σε νέες ιστορικές αναμετρήσεις, έρχονται στην επιφάνεια αποσιωπημένες πλευρές της περιόδου της αποτίμησης της ήττας. Δεν αρκεί να επιμείνουμε στην αντίθεση του διανοούμενου ήρωα Μάνου Σιμωνίδη (Σ.) με τον κομματικό καθοδηγητή Ανθρωπάκι (Α.) – αλλά οφείλουμε να ξαναδούμε και τους δυο μέσα σε νέο πρίσμα. Να μικρύνουμε την αντιπαλότητά τους, και να τους μεγαλώσουμε μαζί και τους δυο, βγάζοντας από την αφάνεια το τρίτο πρόσωπο, τον καταλυτικό Φάνη.

Απέναντι στις αναγνώσεις που ρίχνουν άγκυρα στην ήττα του κινήματος και στα κρισιακά φαινόμενα στις γραμμές του βλέπουν την κατάρρευση της δυνατότητας της συντροφικότητας προτείνοντας έναν ατομικό δρόμο στοχασμού χωρίς ανατρεπτική πράξη, χρειάζεται να ξαναδιαβάσουμε τη Λέσχη και την τριλογία εκείνων που αντιστέκονται, εκείνων που τολμούν να αναμετρηθούν με τις αδυναμίες τους και την ίδια την ιστορία για μια νέα έκβαση όλων των συλλογικών στοιχημάτων.

«Η ΛΕΣΧΗ» ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ

«Δεν ήξερα πως η μοναξιά πίνεται γουλιά – γουλιά» – έτσι ξεκινά το δεύτερο κεφάλαιο της Λέσχης όπου εμφανίζεται ο κεντρικός ήρωας της τριλογίας, ο ανθυπολοχαγός Μάνος Σιμωνίδης, κρυμμένος στη σοφίτα μιας πανσιόν στα Ιεροσόλυμα, Ιούνιο του 1942, με δική του απόφαση απομονωμένος λόγω διαφωνιών από τους συντρόφους του που προσπαθούν να κρατήσουν τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις της Μέσης Ανατολής μακριά από τη μοναρχική και βρετανική επιρροή ενώ ο Ρόμελ απειλεί την Αλεξάνδρεια. Δεν μιλάει ο ήρωας για την ερωτική ή την προσωπική του μοναξιά, αλλά για το βαθύ πηγάδι της πολιτικής ερημίας. Το να μην έχεις εμπιστοσύνη στους συντρόφους σου, το να αμφιβάλλεις όχι για το σκοπό τον ίδιο, αλλά για το αν μπορείς να τον πλησιάσεις.

Νιώθει απέχθεια και πίκρα ο Σιμωνίδης για συμπεριφορές που έχουν βλάψει το ηθικό του. Και είναι σε μια διαρκή αναζήτηση, αν έκανε καλά που απομακρύνθηκε από την πολιτική συλλογικότητα – προσπαθεί να δει θετικά και αρνητικά αλλά δεν μπορεί να βγάλει συμπέρασμα. Όμως η αλήθεια είναι ότι παρά τις συγκρούσεις του με τα στελέχη της καθοδήγησης, αυτά που ονομάζει σε όλο το μυθιστόρημα κομμένες κεφαλές, που «μόλις δουν άνθρωπο, σκαρφαλώνουν στην έδρα του Χρέους» και «αγορεύουν σε τόνο διδαχτικό», έξω από το δρόμο το συλλογικό δεν μπορεί να βρει τον εαυτό του: «Από τη μέρα που έπαψα τις σχέσεις μου με τις κομμένες κεφαλές (…) είμαι σαν πελαγωμένος. Ομολογώ πως δεν το περίμενα. Πασχίζω από κάπου να πιαστώ. (…) άλλοτε σκέψεις και πράξεις περπατούσαν μαζί, για τον ίδιο στόχο. (…) Από πού ερχόμουν και πού πήγαινα, το ήξερα.»

Αυτές οι συγκρούσεις, μαθαίνουμε σε κάποιο σημείο, είχαν εν μέρει να κάνουν με κάποιες θέσεις που είχε διατυπώσει ο Σ. για τους αξιωματικούς και τη στάση που θα έπρεπε να τηρούσε απέναντί τους η οργάνωση. Πιο συγκεκριμένα, ότι έπρεπε να καλλιεργείται κλίμα πειθαρχίας των στρατιωτών στους βαθμοφόρους και όχι ασύντακτου μπουλουκιού αν σκοπός παρέμενε η διατήρηση της συνοχής και μαχιμότητας του στρατεύματος. Άλλωστε στρατηγική επιδίωξη της οργάνωσης αποτελούσε η εξασφάλιση του εθνικοαπελευθερωτικού χαρακτήρα του ελληνικού στρατού και η αποτροπή της υποδούλωσης ή αχρήστευσής του από τους Βρετανούς.

Ο Μάνος Σιμωνίδης εκπροσωπεί τον αντιφατικό κόσμο της επαναστατικής διανόησης της εποχής του. Μεγαλωμένος στην Κηφισιά, μαθητής στο Γυμνάσιο των Αναβρύτων, φοιτητής έπειτα κάποια χρόνια στο Παρίσι, πήρε μέρος στον Ισπανικό εμφύλιο και έπειτα πολέμησε στην Αλβανία όπου παρασημοφορήθηκε. Πολυμαθής και ευφραδής, άνθρωπος του κόσμου, σίγουρα γοητευτικός, ταλαντευόμενος ανάμεσα στις κλίσεις του και σε αυτό που αντιλαμβάνεται ως χρέος. Τον συγκινεί η λογοτεχνία και απολαμβάνει τις συζητήσεις με τον καλλιεργημένο άγγλο ελληνιστή Ρίτσαρντς. Από την άλλη, αντιλαμβάνεται ότι η θέση του είναι με το στρατόπεδο των μαχητών του φασισμού. Τρέφει το θαυμασμό του διανοούμενου απέναντι στο γνήσιο λαϊκό αγωνιστή, που εκπροσωπείται στο μυθιστόρημα από τον Βασίλη Γαρέλα. Και απεχθάνεται τον εκφραστή του κομματικού μηχανισμού, το διαβόητο «Ανθρωπάκι», έτσι άκλιτο όπως το αναφέρει σε όλο το έργο ο συγγραφέας. Αν και σε πολλά σημεία, μέσα στο πρώτο βιβλίο, δεν μπορεί να αποφανθεί με βεβαιότητα για τη στάση και την αντίληψή του για το ρόλο του Α.

Για το Ανθρωπάκι έχουμε πολλές απαξιωτικές περιγραφές. Σκιαγραφείται ένα σκοτεινό υποκείμενο, που ακόμα και το σώμα του βρομάει σαν βάλτος, ένας αριβίστας με οργανωτικές ικανότητες, που τον τρέφει η εξουσία, η διαχείριση των ανθρώπων, και ασφαλώς είναι σε μόνιμη ρήξη με τον κόσμο που αντιπροσωπεύει ο λεπταίσθητος διανοούμενος Σιμωνίδης. Λέει όμως για αυτόν τον εσωκομματικό του αντίπαλο ο τελευταίος ότι στη φαντασία του το όνομά του ήταν τυλιγμένο μέσα σε μια λάμψη, από διηγήσεις στα χρόνια του Μεταξά και στον ισπανικό εμφύλιο. Και σε κάποιο σημείο μάλιστα διερωτάται: «Τι ήταν τελοσπάντων, ανεύθυνος τυχοδιώκτης ή ψημένος αγωνιστής; (…) Πώς μπορούσε ν’ αποφασίζει, τόσο γρήγορα, δίχως αγωνία, δίχως αμφιταλάντευση, όταν ένα ναι ή ένα όχι του, στέλναν ανθρώπους στο θάνατο; Κι εγώ, πώς τα κατάφερα να εμπιστευτώ τη ζωή μου στα χέρια του;» Στην πορεία του έργου ο Σ. θα συμφιλιωθεί με την ιδέα της συνύπαρξης με αυτόν τον άνθρωπο, για το καλό του αγώνα, διατηρώντας πάντα τις επιφυλάξεις του για το ποιόν του. Του λέει μάλιστα σε μια ταράτσα που περνούν τη νύχτα στο Κάιρο κάποια στιγμή ότι θα κάτσει και θα γράψει για όλα αυτά στο μέλλον.

Στο έκτο κεφάλαιο της Λέσχης, ο Σ. μαθαίνει από το Ανθρωπάκι ότι η παλιά του εκείνη «θέση» για τους αξιωματικούς έχει γίνει πλέον αποδεκτή και την εφαρμόζουν. Στην ερώτησή του αν έκαναν αυτοκριτική που τόσον καιρό ακολουθούσαν διαφορετική γραμμή, η απάντηση είναι αρνητική και λόγος «η διατήρηση του κύρους της καθοδήγησης». Ο Σ. αναρωτιέται αν ήταν η πείρα που τους οδήγησε στη διόρθωση της γραμμής «ή μήπως κάποιος άλλος, πιο ικανός και πιο ψύχραιμος, είχε βρει τρόπο να τους πείσει». Εδώ υπονοείται προφανώς ο Φάνης, το πρόσωπο – κλειδί στην παράνομη οργάνωση που θα εμφανιστεί στις πρώτες σελίδες του δεύτερου τόμου της τριλογίας, στην Αριάγνη. Για τον οποίο Φάνη, γράφει ο Τσίρκας στα ημερολόγια της τριλογίας (κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κέδρος) ότι δεν είναι άλλος από τον ικαριώτη Γιάννη Σαλά, ιδρυτή της AΣO, της Aντιφασιστικής Στρατιωτικής Oργάνωσης που έδρασε εκείνο τον καιρό στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις στη Μέση Ανατολή.

Ο μυθιστορηματικός «Φάνης» είναι ίσως το πιο παραγνωρισμένο πρόσωπο από την κριτική. Ενώ έχουν γραφτεί τόσα πολλά για τον Μάνο ή το Ανθρωπάκι, στα όρια μιας απλουστευτικού σχήματος ανάγνωσης αμερικάνικου τύπου: ο καλός και ο κακός. Ο Τσίρκας, αν και προφανώς εκφράζεται σε μεγάλο βαθμό μέσω του Σιμωνίδη, αντιμετωπίζει με μεγάλη αγάπη τον Φάνη. Μας δίνει την περιγραφή του ως εξής: «κείνος ο κοντόσωμος με τις τσαπράδες, που όλοι τον φωνάζανε Φάνη», είχε «το χαρακτηριστικό σφύριγμα των ανθρώπων που κάνανε πνευμοθώρακα» και «τις μικρούτσικες ρυτίδες βασανισμένου ανθρώπου», «στο νησί του πρέπει να ήτανε ψαράς η γεωργός». Αυτή είναι η εικόνα του όταν ο Σ. τον συναντά και μιλούν για πρώτη φορά στο Κάιρο. Του κάνει μεγάλη εντύπωση. «Προπαντός άκουε, ρωτούσε, δίσταζε, αναρωτιόταν, ζύγιζε, ξαναρωτούσε κι έτσι, δίχως να το καταλάβεις, σ’ έβγαζε, έβγαινε κι ο ίδιος μαζί σου, στο σωστό δρόμο». Και δεν θέλει να τον αποχωριστεί. Μορφωμένος μες στις φυλακές, δεν πολέμησε στην Ελλάδα γιατί ήταν κρατούμενος της δικτατορίας του Μεταξά. Διάβαζε τα γαλλικά, χωρίς να ξέρει να τα προφέρει: τα είχε μάθει στις φυλακές της Πύλου αποστηθίζοντας ένα λεξικό που «τα φύλλα του κυκλοφορούσαν από κελλί σε κελλί καμουφλαρισμένο σε δέσμες χαρτιού του απόπατου».

Όταν θα ξεσπάσει κρίση εντός της οργάνωσης λόγω των χειρισμών του Α. στην υπόθεση σχηματισμού κυβέρνησης στο Κάιρο (στο XV κεφάλαιο της Αριάγνης) ασκεί κριτική με αμείλικτο τρόπο και επιχειρήματα εναντίον του αλλά δεν προτείνει τη διαγραφή του, όπως διακαώς επιθυμεί ο Σ. Σκέφτεται πάνω απ’ όλα την ενότητα και το ηθικό των αγωνιστών του κινήματος, και αφήνει την κατηγορία να κριθεί με την επιστροφή στην Ελλάδα. Παίρνει όμως εκείνα τα κατάλληλα μέτρα για να απομακρύνει τον Α. από το χώρο ανάπτυξης των ύποπτων συναλλαγών του, τον ρίχνει στην καθοδήγηση των μεραρχιών που κινούνται σε υποχρεωτικά γυμνάσια στην έρημο. Κι αυτός με τον Γαρέλα και τον Σ. από κοντά του.

Όταν αργότερα θα χρειαστεί να εμφανιστεί ο Φάνης στην πορεία για να εμψυχώσει τους φαντάρους, μας λέει ο συγγραφέας ότι βάδιζε περήφανα κουτσαίνοντας λίγο, και όλοι τον χαιρετούσαν, γιατί όλοι τον ήξεραν με τ’ όνομά του, και αναγνώριζαν στο πρόσωπό του, αν και στο βαθμό ήταν δεκανέας, τον πραγματικό Ταξίαρχο.

Η τέχνη της πολιτικής ηγεσίας

ΑΠΟ ΤΟ «ΑΝΘΡΩΠΑΚΙ» ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΙΚΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ ΣΤΟΝ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ «ΦΑΝΗ»

Ο αναγνώστης της Λέσχης και της Αριάγνης αξίζει να σταθεί στις σελίδες που περιγράφονται οι συνεδριάσεις της οργάνωσης. Εκεί θα εντοπίσει δύο διαφορετικά παραδείγματα ηγεσίας: το ένα βασίζεται στο κύρος του καθοδηγητή, ο οποίος έχει το δικαίωμα μιας εξαντλητικής εισήγησης αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια για συζήτηση και εξέλιξή της· είναι το παράδειγμα του Ανθρωπάκι. Το άλλο βασίζεται στη συλλογική ευφυία και παρακίνηση των μελών· είναι ο τρόπος του Φάνη. Δίνει την ευκαιρία σε όλους να αναπτύξουν σύντομα τις απόψεις τους, συνθέτει αλλά δεν καταστέλλει, και κρίνει με γνώμονα το όφελος του όλου κινήματος και όχι της μιας ή της άλλης μερίδας με την οποία μπορεί ο ίδιος να συντάσσεται.

Πρότυπο ηγέτη που οργανώνει, ακούει, εμπνέει. Και την όποια διαφωνία προκύπτει ανάμεσα στον καθοδηγητή Α. και τον διανοούμενο Σ. δεν την λύνει με ψηφοφορίες υπέρ του ενός ή του άλλου. Βλέπει κριτικά τις θέσεις και των δύο, γνωρίζοντας τη χρησιμότητα του καθενός στον αγώνα. Και φροντίζει οι αντιθέσεις εντός της οργάνωσης να μην παίρνουν ανταγωνιστικό χαρακτήρα, αλλά να λύνονται δια της πράξης. Αλλά σε αυτό βοηθά ο συγκεκριμένος ορισμός των προτεραιοτήτων: η διαφύλαξη του ηθικού και της ενότητας εντός του στρατεύματος, ο αντιφασιστικός και αντιμοναρχικός του χαρακτήρας. Προξενεί εντύπωση στις περιγραφές των συνεδριάσεων, η οικονομία στη συζήτηση και το συγκεκριμένο της περιεχόμενο.

Ο άνθρωπος είναι τόσο μεγάλος όσο οι σκοποί του. Στην τριάδα «Ανθρωπάκι – Μάνος – Φάνης» οι δύο πρώτοι, παρά την ανυπολόγιστη συνεισφορά τους στο κίνημα, είναι πιο μικροί, εγκλωβισμένοι συχνά σε ατομικές φιλοδοξίες και ματαιόδοξες ροπές. Αποτελούν μάλλον ένα δίπολο προς υπέρβαση από τον πολιτισμό της κομμουνιστικής ένταξης. Η κοινή τους δίψα για διάκριση, αν και με διαφορετικούς τρόπους, με διαφορετικές ευαισθησίες – χοντροκομμένα ο πρώτος, εξευγενισμένα ο δεύτερος – δείχνουν την προβληματική της επιλογής του ενός ή του άλλου πόλου. Το αλληλοφάγωμά τους υπογραμμίζει αυτή την ανάγκη υπέρβασης και των δύο προς τα μπρος. Η αντίφαση έγκειται στο ότι είναι εξίσου αναγκαίοι και οι δύο αλλά χωρίς την καταλυτική δράση και παρουσία του Φάνη, δεν θα λειτουργούσε η σχέση ηγεσίας στο συγκεκριμένο στάδιο οργάνωσης της πάλης. Η μεγαλοσύνη κι η ανωτερότητα του Φάνη που προκύπτει από την ανιδιοτέλειά του, το καθαρό μυαλό του, την ταξική του αφετηρία και θέλησή του να προσφέρει στον κοινό σκοπό, είναι πιο κοντά στις δυνατότητες διαχείρισης πραγμάτων και όχι προσώπων οι οποίες αναδύονται στην εποχή μας, εποχή που αξιώνει μια πολιτική ένταξη ανώτερου τύπου, πέρα από την παλιά σχέση ατομικού – συλλογικού.

Διανόηση και κομματικότητα

ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Το σημείο καμπής, επανόρθωσης και επαναπροσδιορισμού της πολιτικής σχέσης του Σ. με το κίνημα, αλλά και το σημείο μιας πολιτικής και ψυχολογικής στροφής για τον ίδιο είναι όταν το Ανθρωπάκι τον βρίσκει και του ζητά να επανέλθει στην ενεργό δράση, αναθέτοντάς του τη σύνταξη του παράνομου εντύπου «Μαχητής» που θα διακινείται μέσα στις μονάδες με σκοπό τη διατήρηση του ηθικού και την ενημέρωση των στρατευμένων για τις πολιτικές και πολεμικές εξελίξεις. Αναγνωρίζοντας η οργάνωση τις ιδιαίτερες κλίσεις και ικανότητές του, δίνει στον Μάνο μια γραφομηχανή Ρέμινγκτον, και του εξηγεί τη λειτουργία ενός ολόκληρου μηχανισμού για την εκτύπωση και τη διακίνηση του φύλλου.

Η επιτυχία του «Μαχητή» θα είναι μεγάλη. Ο Σ. έχει βρει τον εαυτό του, γιατί έχει βρει την πειθαρχία του: «Ένιωθα κάτι να δουλεύει μέσα μου και να γλυκαίνει τα σπλάχνα και το μυαλό μου. Γινόμουν καλύτερος. Μικροφιλότιμα και φιλοδοξίες τα ξεπερνούσα, ο σκοπός, τ’ αποτέλεσμα μ’ ένιαζε». Δεν είναι τώρα μόνο στοχαστικός και ευαίσθητος, είναι και μαχητής. Έχει εντάξει την ευαισθησία του στο κίνημα. Έτσι φτάνει να ανακαλύψει ότι δεν ήταν αυτός που το είχε κάνει, ούτε το Ανθρωπάκι ή ο Γαρέλας ή κανένας από αυτούς, ήταν η ιδεολογία και ο σκοπός του αγώνα που έπαιρνε ό,τι καλύτερο είχε να δώσει ο καθένας τους για να το ρίξει στη μάχη κατά του φασισμού, για την απελευθέρωση της Ελλάδας.

Οι Άγγλοι θα αναζητούν εναγωνίως τον συντάκτη του εντύπου το οποίο κάνει θραύση στις ελληνικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Ο Ρίτσαρντς, που αναγνωρίζει το ύφος, δεν θα μιλήσει. Όπως εύστοχα είχε εκτιμήσει ο ίδιος ο Μάνος, «είναι αντιδραστικός, αλλά όχι καταδότης». Ο Ρίτσαρντς που στις στιγμές της αδυναμίας και της εσωτερικής αναζήτησης υπήρξε πιο κοντά του από οποιονδήποτε σύντροφο. Αυτόν τον εστέτ φιλόλογο με την διακριτική απέναντί του ερωτική διάθεση, που όπως ο Έλιοτ διακήρυσσε ότι σε μια κρίσιμη στιγμή θα προτιμήσει να πεθάνει μαζί με τους φίλους του παρά για οποιαδήποτε ιδεολογία, θα φέρει σε αντιπαράθεση στο δεύτερο μέρος της τριλογίας με τον άνθρωπο του λαού, τον απλό, αγαπητό Γαρέλα για να οδηγηθεί στο τελικό ξεκαθάρισμα μέσα του: «Μας χώριζε άβυσσος [εν. με τον Ρίτσαρντς] … Θυμήθηκα το Γαρέλα, τα λόγια του, την απλή κι ατράνταχτη λογική του: “Βάλε καλά στο νου σου. Θα τον φάμε το χιτλερισμό… Εγώ δεν πήγα στη Γερμανία να του γκρεμίσω το σπίτι, να του σκοτώσω τη γυναίκα και να πεθάνω το παιδί του της πείνας. Αυτός όμως ο μπάσταρδος μου τόκανε”. Δυο αλήθειες, δυο κόσμοι. Δε χωρούσε ο παραμικρός δισταγμός. Στεκόμουν από την καλή μεριά».

Η τριλογία συγκροτεί ένα ρεαλιστικό στερέωμα του αγώνα για να υπάρξει συντροφικότητα, της αγωνίας να ηττηθούν όλοι οι υπονομευτές της, να βρει ο άνθρωπος το δρόμο της εξόδου από το βούρκο της προϊστορίας του. Περιέχει όλη τη μελαγχολία και το ερώτημα αν είμαστε καταδικασμένοι σε φαύλους κύκλους μικρο-ιδιοκτησίας και εγωισμού, υποταγής στο σάπιο κόσμο και τις αξίες του. Ο διανοούμενος Μάνος Σιμωνίδης, βάζει τα ερωτήματα όχι για να απαντήσει ο ίδιος. Μόνος του δεν μπορεί, κανείς δεν μπορεί. Η φύση του τον τραβάει σε μελαγχολία και αδιέξοδες εμπειρίες όταν το συλλογικό δεν λειτουργεί. Οι άνθρωποι των μηχανισμών τον καταστρέφουν. Το ζήτημα είναι ο Φάνης και όλοι οι άνθρωποι του λαού, όπως ο Φάνης, να μπορέσουν να εξυψωθούν πάνω από τον πολιτισμό που τους κρατά αιχμάλωτους της συγκυρίας και της τρομερής εξουσίας.

(Πριν,  8.8. 2010)

Το άλμα προς το συλλογικό

Των μαζικών αντιδικτατορικών εκδηλώσεων προηγήθηκε ένα πολιτιστικό αντάρτικο. Οι καλλιτέχνες, από τους πρώτους που κυνήγησε το καθεστώς των συνταγματαρχών, πρωταγωνίστησαν για την ανατροπή του πολιτισμού της σιωπηλής ατομικότητας. Στην υπόθεση αυτή ξεχωριστό ρόλο έπαιξε η ίδρυση του Ελεύθερου θεάτρου.

«Μέσα στην ομάδα πολιτικοποιήθηκα. Ημουν από μια οικογένεια που δεν είχε σχέση με την πολιτική. Πολιτικοποιήθηκα πραγματικά – ήταν και χούντα, μην το ξεχνάμε. Μ’ αρέσει η συλλογικότητα. Είναι μεγάλη ιστορία να μπορείς να είσαι με τους άλλους. Να μπορείς να μην υπάρχεις μερικές φορές, να υπάρχουν οι άλλοι. Να προσπαθείς να καταλάβεις γιατί σ’ το λέει αυτό ο άλλος και να μην τον παρεξηγείς… και να προχωράει». Με αυτά τα λόγια περιέγραφε σε τηλεοπτική του συνέντευξη ο Μηνάς Χατζησάββας τη συμμετοχή του σε αυτό το πείραμα που ονομάστηκε Ελεύθερο Θέατρο. Πέρασαν σαράντα χρόνια, αλλά έχουμε λόγους να το επαναφέρουμε στη συζήτηση.

Είμαστε στην εποχή της εξεγερμένης νεολαίας, της νεαρής διανόησης των πανεπιστημίων και των πολιτικοποιημένων εργατών. Στην εποχή των ευρηματικών συνθημάτων και των ευφάνταστων διαδηλωτών. Για πρώτη φορά διαμορφώνονται με το τραγούδι, το βιβλίο και την υψωμένη γροθιά χιλιάδες ενεργά πολιτικά υποκείμενα. Αυτό που έφερε ο γαλλικός Μάης στην ημερήσια διάταξη ήταν η ελκυστικότητα, η μαζική λατρεία της πολιτικής μέσω της συνάντησης της τέχνης και της πολιτικής δράσης έξω απ’ τα όρια τα καθεστωτικά: Στο χώρο ανάπτυξης του μαζικού κινήματος. Αυτού του μεγάλου πρωταγωνιστή της κοινωνικής αλλαγής.

Η νέα γραμμή στο ευρωπαϊκό θέατρο εκφράζεται από την ανάπτυξη ενός νέου τρόπου, με ανοιχτό ορίζοντα στο κοινωνικό σώμα. Απαιτώντας μια άλλη στάση και συνεργασία των ηθοποιών, αναζητώντας το συλλογικό κείμενο και την ομαδική σκηνοθεσία. Αυτές τις ιδέες θα ενστερνιστεί μια ομάδα αποφοίτων της δραματικής σχολής του Εθνικού στην καρδιά της δικτατορίας.

Όπως λέει ο Χατζησάββας, έτσι, σιγά σιγά πολιτικοποιήθηκαν συζητώντας για το θέατρο και έγιναν σπουδαίοι ηθοποιοί, γνωρίζοντας τον πολιτικό στίβο της αντίστασης, της ρήξης με το καθεστώς, της μεγάλης απελευθερωτικής προοπτικής. Μέλη παράνομων αριστερών οργανώσεων (ο Καμπερίδης και ο Κοτανίδης εντάχθηκαν στο ΕΚΚΕ) ή στην ευρύτερη επιρροή των επαναστατικών ιδεών, τους ενθουσιάζει η ιδέα μιας συλλογικότητας χωρίς αρχηγούς που θα κάνει θέατρο μιλώντας πολιτικά.

Η ομάδα ξεκινά με τρομερό κέφι το καλοκαίρι του 1970 τις πρόβες για την Όπερα του Ζητιάνου. Σκηνοθετεί ο Γιώργος Μιχαηλίδης. Τα σκηνικά και τα κοστούμια αναλαμβάνει ο Γιάννης Λεκκός και τη μουσική της παράστασης ο Θόδωρος Αντωνίου. Παίζουν: Κ. Αρζόγλου, Μ. Βασιλικιώτου, Α. Κυριαζάκη, Γ. Κοτανίδης, Υβ. Μαλτέζου, Α. Μιχαλιτσιάνου, Θ. Μπογιατζής, Π. Πολυκάρπου, Γ. Σαμπάνης, Χ. Σιμοπούλου, Μ. Τζιραλίδου, Κ. Τζούμας, Ν. Σκυλοδήμος, Μ. Χατζησάββας. Πρόκειται για μεγάλη ανατροπή σε αισθητικό και ιδεολογικό επίπεδο.

Στην αρχή του έργου ορμούν από την πλατεία δύο γκάνγκστερ με πολυβόλα, σκοτώνουν ένα νεαρό, ο οποίος μετά σηκώνεται και όλοι μαζί τραγουδούν το τότε διαφημιστικό τζινγκλάκι «όλα πάνε καλά με κόκα – κόλα, όλα πάνε καλά…». Ακολούθησε Η ιστορία του Αλή Ρέτζο του Πέτρου Μάρκαρη (1971, 1972) μια παράσταση που στήθηκε βάσει του μπρεχτικού κανόνα και μάλιστα χωρίς σκηνοθέτη, με τα ονόματα των ηθοποιών να μπαίνουν με απλή αλφαβητική σειρά, χωρίς να αναφέρεται η διανομή των ρόλων. Ο κόσμος που παρακολουθεί και τις δύο παραστάσεις παραληρεί από ενθουσιασμό. Ήταν μια ρωγμή στον καταθλιπτικό ορίζοντα της χούντας με πολύ ευρύτερες σηματοδοτήσεις…

Τελικά, οι άνθρωποι που επιχείρησαν αυτό το πέταγμα προς το συλλογικό δοκίμασαν την πικρή γεύση της απογοήτευσης οδεύοντας προς τη δεκαετία του ’80. «Η βάρκα του έρωτα τσακίστηκε στα νερά της καθημερινότητας», όπως έγραφε ο Μαγιακόφσκι. Στο ζωτικό τους χώρο, εισέβαλαν οι βεντέτες και οι σκηνοθέτες αστέρες εδραιώθηκαν με τη βοήθεια και των μηχανισμών προώθησης στη διαμεσολάβηση. Κάπως έτσι φτάνουμε στις μέρες μας.

Σήμερα, η πραγματική απόσταση ανάμεσα στο μέγεθος του διανοούμενου καλλιτέχνη και σε αυτό του εργαζόμενου ανθρώπου κλείνει δραστικά όχι από την παρέμβαση ενός ανώτερου πολιτικού και πολιτιστικού ρεύματος –αυτό παραμένει ο μεγάλος απών– αλλά από τις ερπύστριες της οικονομικής χούντας που ισοπεδώνει το κοινωνικό σώμα. Σήμερα, που σε ολόκληρη την κοινωνική επικράτεια το ατομικό σύμπαν συρρικνώνεται, ανοίγει ο χώρος για νέα συλλογικά σχήματα.

Γι’ αυτό όταν ο Κοτανίδης δηλώνει αποχαιρετώντας τον παιδικό του φίλο για τη μεγάλη αλλαγή που προσδοκά «τη λέω και πάλι επανάσταση», δεν χειροκροτείται σαν γραφικό μαγνητόφωνο μιας άλλης εποχής αλλά ως ζωντανός λόγος που επικαλείται μιαν αδήριτη αναγκαιότητα, σαν «βραχνός προφήτης» του άμεσου μέλλοντος. Και εμείς ξέρουμε ότι μιλάει ο συλλογικός μας εαυτός, το εξεγερμένο υποσυνείδητο που συλλαμβάνει τη δυνατότητα για ένα νέο λόγο, για μια συγχώνευση τέχνης και πολιτικής, παραμυθιού και πραγματικότητας, χωρίς προηγούμενο. Είναι το αίτημα μιας ανατρεπτικής λαϊκής δημιουργικότητας που παραμερίζει τους εγωισμούς και τις μικρές στοχεύσεις, προς μια επανακατάκτηση του κόσμου και εξοικείωση με το Υψηλό, που μπορεί να εμπνεύσει ομάδες όσο και να διαμορφώσει σπουδαίες προσωπικότητες.

Τείνοντας προς αυτό, η εικόνα του εγχειρήματος εκείνου, που ονομάστηκε Ελεύθερο θέατρο στα 1970, θα έρχεται πιο κοντά και θα ξαναπαίρνει το ρεαλιστικό της μέγεθος που της στέρησε ο καιρός του ατομικού παραληρήματος και του μεταμοντέρνου πολιτιστικού προγράμματος.

(Πριν, 26.9.2010)