Γεωργία Μαυραγάνη: «Θέλω να κάνω παραστάσεις που δημιουργούν συγκρούσεις»

Η Γεωργία Μαυραγάνη μιλάει στο ΠΡΙΝ για εκείνους που δεν συνηθίζουν να πηγαίνουν στο θέατρο, για τη μέθοδο που ακολουθεί, για την εμπειρία της από τις πρόσφατες δουλειές της και για τη νέα παράσταση που ετοιμάζει με θέμα το γήρας. Η παράσταση ανεβαίνει στις 28 Νοεμβρίου στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού.

mavragani_mavili.jpg

Όταν κάνεις μία παράσταση έχεις στο μυαλό σου ποιο κοινό θες να τη δει;

Έχω στο μυαλό μου αυτό που μου αρέσει εμένα, αυτό έρχεται πρώτο. Δεν έχω στο μυαλό μου το κοινό, αλλά δεν θέλω να απευθύνεται μόνο σε ανθρώπους που συνηθίζουν να πηγαίνουν στα φεστιβάλ ή βλέπουν θέατρο από συνήθεια. Δεν θα κάνω τα κόλπα που συνήθως αρέσουν σε αυτό το κοινό. Θέλω να κάνω παραστάσεις που δημιουργούν συγκρούσεις. Το θέμα είναι να σε χτυπήσει η παράσταση, κάτι να σου συμβεί. Δηλαδή να ταρακουνηθείς και διανοητικά και συναισθηματικά – και τα δύο. Μέσα από την παράσταση, θέλω κάτι να ανακαλύψω για τη ζωή. Θέλω να συναντήσω μια αλήθεια. Αυτό είναι το ζητούμενό μου.

Θεωρείς ότι έχεις καταφέρει να φέρεις στο θέατρο αυτό το κοινό, που δεν πηγαίνει στο θέατρο;

Ναι, κυρίως με τη δουλειά που έκανα στα καπνά (σ.σ. η παράσταση «Από πρώτο χέρι») – αλλά και με το εφηβικό που έκανα στη Στέγη (σ.σ. η παράσταση «Όχι αθώος πια»). Και με τα καπνά εννοείται ότι ήρθε κόσμος που δεν είχε πάει ποτέ θέατρο. Την ημέρα της πρεμιέρας στο Αγρίνιο είχα φοβηθεί πάρα πολύ. Είχα φοβηθεί γιατί σκεφτόμουν πως εδώ δεν παίζω, μιλάω για τη ζωή τους. Ξεκινούσαμε με τη σκηνή στο χωράφι που τρώνε την ντομάτα στο διάλειμμα από τη δουλειά… κι ακούγονταν αναστεναγμοί από τις γιαγιάδες οι οποίες ξέρανε ακριβώς τι είναι αυτό που βλέπουν. Όχι μόνο συγκινήθηκαν… μιλούσαν μέσα στην παράσταση! Λέγανε «Ναι, έτσι είναι!», «Όχι», «Αυτό!».

Πόσο καιρό παίξατε στο Αγρίνιο;

Ένα μήνα πριν έρθει στην Αθήνα στο BIOS και μετά ξαναπαίχτηκε άλλον ένα μήνα στο Αγρίνιο. Και ξανά φέτος μέσω του Δήμου το ανεβάσαμε μπροστά από τις παλιές καπναποθήκες του Παπαπέτρου και δεν μπορώ να σου πω τι συνέβη. Είχαμε 500 άτομα κάτω… Κλαίγανε, συγκινηθήκανε, γελάγαν, συμπληρώνανε τα λόγια… Το πρώτο μέρος της παράστασης είναι η περιγραφή των εμπειριών που έχουν οι εργάτριες που δούλευαν στα χλωρά, κι ο τονισμός των ηθοποιών στο Αγρίνιο ήταν διαφορετικός, είναι σαν να μιλάς στο φίλο σου, τον κοίταγες και του έλεγες «Έτσι δεν είναι;» γιατί από τις μαρτυρίες αυτών των ανθρώπων είχε φτιαχτεί η παράσταση. Είμαι ευτυχισμένη, είμαι πολύ χαρούμενη με αυτό που συνέβη με τα καπνά. Ήταν το θέμα συγκεκριμένο και βοήθησε αυτό. Όταν μιλάς για τη δουλειά, ο άλλος εμπλέκεται πάρα πολύ, και σου μιλάει για όλη του τη ζωή. Η κουβέντα πήγαινε από μόνη της στα μεγάλα θέματα, στα ερωτήματα, στην πολιτική.

Θα μας πεις για την καταγωγή της μεθόδου που χρησιμοποιείς; Την έρευνα, τις συνεντεύξεις…

Δούλεψα πολύ ως βοηθός του Μιχαήλ Μαρμαρινού. Μια παράσταση εικοσαετίας, ο «Εθνικός Υμνος», άλλαξε πολύ τα δεδομένα στο ελληνικό θέατρο. Ήταν μια παράσταση που δομήθηκε από τον Μιχαήλ πάνω σε συνεντεύξεις που είχε πάρει από πάρα πολλούς ανθρώπους, κι εκεί έμαθα τη μέθοδο της συνέντευξης. Μέχρι τα καπνά χρησιμοποιούσα περιφραστικά το υλικό. Όμως εκεί η ίδια η φωνή, ο ίδιος ο τρόπος που περιγράφανε τα πράγματα μού έδειξε ότι είναι αδύνατο να αναπαρασταθεί από τους ηθοποιούς κι άρχισα να χρησιμοποιώ και το ηχητικό ντοκουμέντο. Αυτή είναι η διαφορά, το ένα βήμα παραπέρα που πήγα αυτή τη μέθοδο των συνεντεύξεων.

Εγώ δεν φοβάμαι καθόλου τη λαϊκότητα. Το λαϊκό στοιχείο. Δεν με πειράζει να χρησιμοποιήσω την ντοπιολαλιά. Στο Αγρίνιο ήταν πολύ έντονο, εννοείται. Δεν φοβάμαι ακόμα να χρησιμοποιήσω λάθη στη σύνταξη, στην εκφορά του λόγου. Μ’ αρέσει ο προφορικός λόγος, όπως το είπε. Μια ποίηση που χάνεται πολλές φορές. Υπάρχει μέσα στον καθημερινό λόγο. Μου αρέσει όταν το θέατρο φωτίζει το λόγο των ανθρώπων, όλων των ανθρώπων κι όχι μόνο των ποιητών, των διανοούμενων. Ένας πολύ απλός άνθρωπος μου είπε για τα γηρατειά «Είναι σαν να έχει ανοίξει μια σχισμή». Φοβερή ατάκα. Αυτό θεωρώ λαϊκό θέατρο, ότι είναι σαν μια μηχανή που έχει τη δύναμη να φωτίσει τον καθημερινό λόγο, πράγματα που χάνονται μέσα στην καθημερινή ζωή που είναι τέχνη, είναι σπουδαία.

Ποια γεγονότα σε σημάδεψαν, τα τελευταία χρόνια;

Είναι μια σειρά από πράγματα, μέχρι το ξαφνικό σταμάτημα των μεγάλων πορειών που γινόντουσαν μέχρι και τη Μαρφίν… είχα ενθουσιαστεί με αυτό. Ήταν πολύ έντονο, αρκετά πιο πριν υπήρχε και μια μεγάλη απεργία των εκπαιδευτικών που είχαμε αισθανθεί πολύ δυνατά ότι κάτι συμβαίνει, και μετά όταν ο κόσμος άρχισε να κατεβαίνει και δεν εννοώ τόσο τους «Αγανακτισμένους». Το ίδιο αίσθημα είχα και με το δημοψήφισμα ότι ο κόσμος έβγαινε έξω, ενώ συνέβαινε όλη αυτή η τρομοκρατία, ο κόσμος δεν φοβόταν. Υπήρχε η αίσθηση ότι επιτέλους η ζωή μας θα αποκτήσει νόημα. Το τι έγινε μετά δεν θέλω να το περιγράψω. Εγώ πιστεύω ειλικρινά ότι αν πήγαιναν τα πράγματα «στα άκρα», η λαϊκή οργάνωση θα ήταν άμεση, ο κόσμος ήταν έτοιμος να θυσιάσει χώρο, χρόνο, τα πάντα, προκειμένου να αποκτήσει η ζωή του νόημα.

Τι δεν σου άρεσε στις πλατείες το 2011;

Κάτι δεν πήγαινε καλά εκεί πέρα. Δεν ξέρω γιατί. Σαν να υπήρχε μια προσπάθεια ποιος θα το καρπωθεί. Υπήρχε ακόμα μια μεγάλη διαμάχη με το ατομικό και το συλλογικό. Δεν αισθανόμουν ότι υπάρχει πραγματικό μοίρασμα ιδεών.

Ποιες ήταν οι αιτίες που οδήγησαν στη δημιουργία της Κίνησης Μαβίλη;

Ήταν η χρονιά που είχαν αργήσει να δοθούν οι επιχορηγήσεις, είχαν ανακοινωθεί οι τελευταίες οι οποίες ήταν μία από τα ίδια. Όλοι εμείς αισθανόμασταν στην απέξω όχι τόσο επειδή δεν παίρνουμε χρήματα, αλλά αισθανόμαστε ότι το θέατρο πηγαίνει αλλού κι ότι κάτι πρέπει να κάνουμε, να δούμε αν μπορούμε να βρούμε ένα δικό μας χώρο κατ’ αρχήν. Έτυχε τότε και η φάση με τις επιχορηγήσεις. Πρώτα μαζευτήκαμε για το τι θα κάνουμε μεταξύ μας και μετά ξεκινήσαμε τις ανακοινώσεις, κάναμε μια ημερίδα στο BIOS και μετά οδηγηθήκαμε στην κατάληψη στο Εμπρός. Ούτε κι εμείς περιμέναμε πως θα την κάνουμε. Το πρώτο δείγμα που δώσαμε νομίζω ότι ήταν πολύ σημαντικό και πολύ ωραίο. Είχε φοβερή ανταπόκριση. Ήταν αυτό που κάπως ονειρευόμασταν. Να μπορεί να υπάρχει ένας χώρος όπου μπορείς να δείξεις μια μικρή σου ιδέα, να ανταλλάξεις απόψεις με θεατές και καλλιτέχνες και όλο αυτό ήταν δημιουργικό, σε βοηθάει να προχωρήσεις στο έργο σου. Και ήταν φοβερή η ανταπόκριση του κοινού, με έναν τρόπο δημιουργήθηκε και ένα κοινό μέσα σε αυτό. Υπήρχε μία δράση που λεγόταν «αρχές πρόβας» όπου έμπαινες στη διαδικασία να εξηγήσεις τον τρόπο που δουλεύεις. Κι έτσι συνειδητοποιούσες κι εσύ τι έκανες. Πολύ ωραία πράγματα, πάρα πολύ δημιουργικά. Μετά άρχισαν να μπαίνουν και άλλες συλλογικότητες και άλλοι άνθρωποι, κάπως μπερδεύτηκε. Θεωρώ πάντως πολύ ωραία την τελευταία μας δράση στο Μέγαρο Μουσικής με τον τότε υπουργό Πολιτισμού, τον Παναγιωτόπουλο, το οποίο ήρθε από πολλή απελπισία. Και όλο αυτό μεταφράστηκε σε αυτό το γέλιο που ρίχναμε όταν μιλούσε ο υπουργός.

Υπάρχει σήμερα η ανάγκη για μια αντίστοιχη συλλογικότητα;

Εννοείται ότι υπάρχει, απλώς σκοντάφτει πάντα… είναι πάρα πολύ δύσκολο να ισορροπήσεις ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό. Δεν τα έχουμε καταφέρει ακόμα. Θα κάνουμε άλλα δεκαπέντε εγχειρήματα και κάποια στιγμή θα συμβεί.
Όταν μιλάγαμε οι βασικοί της Κίνησης βρίσκαμε έναν τρόπο να συνεργαστούμε παρότι είχαμε διαφορετικές αντιλήψεις. Όταν συμμετείχε πλέον πολύς κόσμος στις συνελεύσεις ήταν πάρα πολύ δύσκολο να επικοινωνήσουμε και να μην κάνουμε αγώνα λόγου. Όταν οι άνθρωποι συνεργάζονται γύρω από ένα έργο μπορεί να δουλέψει. Όταν πρέπει πρώτα να συνεργαστούμε και μετά να βρούμε το έργο, τότε υπάρχει πρόβλημα. Αν πρέπει πρώτα να συμφωνήσουμε ιδεολογικά και μετά…

Τι έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια στο θέατρο, στην παραγωγή;

Δεν πληρώνονται. Εχουν συγκεντρωθεί ουσιαστικά οι παραγωγές, ενώ εξακολουθούν να υπάρχουν μικρές ομάδες που δουλεύουν με το τίποτα. Και πόσο δύσκολο είναι να κάνεις κάτι μέσα σε αυτή την πραγματικότητα… Γίνονται παραστάσεις, αλλά δεν υπάρχει κέφι. Χτυπάει άσχημα αυτή η κατάσταση. Για να πεις ότι θες να κάνεις μια σοβαρή δουλειά με δέκα ηθοποιούς, να κάνεις μισό χρόνο πρόβες και άλλο μισό χρόνο να δουλεύεις, να το ερευνάς… Ουσιαστικά σήμερα υπάρχει μόνο η Στέγη και το Εθνικό, που κι αυτό έχει ως κύριο χορηγό τη Στέγη.

Στο «Γήρας» τι θα δούμε;

Έξι νέοι και πέντε συνταξιούχοι ηθοποιοί. Εμφανίζονται σε ζευγάρια οι γέροι με τους νέους και όλη η πρώτη σκηνή είναι φτιαγμένη από αποσπάσματα συνεντεύξεων. Ένας χορός σαν να ακούς τις φωνές των ανθρώπων, αλλά όλα τα αποσπάσματα συνθέτουν ένα νόημα. Είναι ένα χορικό, με αφορμή τα γηρατειά κι αυτό που πραγματεύεται η παράσταση είναι το υπαρξιακό ερώτημα. Στο πρώτο μέρος παρουσιάζονται συνεντεύξεις ηλικιωμένων ανθρώπων που λένε τι σημαίνει να γερνάς. Το δεύτερο μέρος της παράστασης είναι ένα ταξίδι στην προσωπική τους μνήμη. Για να καταλήξει όλο σε ένα στάσιμο από τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ».

 

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΕΓΙΝΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 13 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2015

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ ΠΡΙΝ ΤΗΣ 15/11/2015

Μικρή και μεγάλη αφήγηση για τη Λίλια Μπρικ

Τη σχέση του Μαγιακόφσκι με τη Λίλια και τον Όσιπ Μπρικ και τη σχέση των τριών με την εποχή τους εξετάζει η θεατρική παράσταση «Λίλια Μπρικ: μετά το τέλος της ιστορίας» από την υποκειμενική σκοπιά ενός προσώπου που παρασύρθηκε από την επανάσταση χωρίς να πιστέψει σε αυτήν.

 

Vladimir_mayakovsky_and_lilya_brik

 

 

Ο έρωτας πραγματικός, νίκησαν οι υπολογισμοί

 

 

Το καλοκαίρι του 1915 ο εικοσιδυάχρονος Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι γνωρίζει τη Λίλια και τον Όσιπ Μπρικ στο διαμέρισμά τους όπου τον φέρνει η μικρή αδελφή της Λίλιας, Έλσα. Εκείνο το βράδυ γεννιέται μια πολύ δυνατή φιλία και μια έντονη ερωτική σχέση. Ο Όσιπ και η Λίλια δέχονται στην οικογένειά τους τον Βλαντίμιρ. Εκείνος γίνεται εκδότης, σύμβουλος και καθοδηγητής του στα θεωρητικά ζητήματα. Εκείνη γίνεται η γυναίκα της ζωής του. Σε αυτήν αφιερώνει από το πρώτο εκείνο βράδυ το εκπληκτικό ποίημα «Σύννεφο με παντελόνια» αφού πρώτα το απαγγέλλει και τους αφήνει όλους άφωνους. Για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια θα ζήσουν μαζί οι τρεις τους στο ίδιο σπίτι.

Η ηθοποιός Κατερίνα Χιωτίνη μελέτησε την ιστορία της Λίλιας Μπρικ και την εποχής της. Τη σχέση της με την επανάσταση, με την πολιτική και τους μπολσεβίκους. Την αντίληψή της για πρόσωπα και πράγματα. Φτιάχνει στη φόρμα του θεατρικού μονολόγου διάρκειας μίας ώρας μια ολοκληρωμένη ερμηνεία από την οπτική γωνία του υποκειμένου μετά το τέλος της ιστορίας – της μικρής και της μεγάλης. Κοντά στο τέλος της ζωής του. Μετά το τέλος της σοβιετικής εποχής. Αυτή η Μπρικ είναι δυνατή, η πιο δυνατή απ’ όλους. Και ζει περισσότερο απ’ όλους. Εξασφαλίζει το μέλλον της και το μέλλον της ποίησης του Μαγιακόφσκι. Μπορεί να νικήσει ακόμα και την επανάσταση. Γιατί ο Μαγιακόφσκι μιλά για τα προβλήματα της επανάστασης μέσα από τα προβλήματα της σχέσης του με εκείνη συγκεκριμένα. Η Μπρικ της παράστασης τονίζει περισσότερο το συμφέρον στις σχέσεις της. Έχει την τάση να μικραίνει τα πρόσωπα και αυτή τη μεγάλη εποχή πριν και λίγο μετά την επανάσταση.

Κάθε οικογένεια είναι ένα σύστημα σχέσεων που το διαπερνούν αντιθέσεις οι οποίες σε τελική ανάλυση εκφράζουν κοινωνικές εκπροσωπήσεις τάξεων και αξιών. Η οικογένεια των Μπρικ-Μαγιακόφσκι και οι σχέσεις μεταξύ τους σφυρηλατήθηκαν μες στη φωτιά της επανάστασης. Όταν αρχίζουν να παγώνουν τα πράγματα έξω, δυναμώνουν οι αντιθέσεις που υπέβοσκαν. Η εποχή της ανιδιοτελούς στράτευσης, της βαθιάς συντροφικότητας υποχωρεί. Έρχεται η εποχή των υπολογισμών. Σύμφωνα με την ερμηνεία που δίνει η παράσταση, οι Μπρικ σε εκείνη τη φάση ακολουθούν τη γραμμή του ρεαλισμού, του συμβιβασμού με τη νέα κατάσταση που διαμορφώνεται στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Υπάρχουν ασφαλώς και πιο μικρά ζητήματα στα οποία εκφράζεται το ρήγμα. Η τάση της Μπρικ να διεκδικεί το μονοπώλιο της έμπνευσης του ποιητή, η ζήλεια, οι υπολογισμοί οπωσδήποτε είναι οι άμεσες μορφές που παίρνει η κρίση της σχέσης τους. Η Μπρικ πιστεύει ότι δικαιούται μια καλύτερη ζωή χωρίς μπελάδες, μια ζωή τακτοποιημένη. Ο ποιητής είναι όλος μια φωτιά που δεν λέει να σβήσει. Το ρήγμα θα έρθει και στη σχέση των δύο ανδρών καθώς ο Όσιπ έχει αποφασίσει να πάει με τα νερά της νέας κατάστασης. Ο Μαγιακόφσκι απομονώνεται. Τα κομματικά μέσα, οι «πλεονέκτες και σαλταδόροι της ποίησης» τον πολεμούν. Είναι θέμα χρόνου να τον εγκαταλείψει και η οικογένειά του.

Η απόσταση του Μαγιακόφσκι από τον κόσμο του Όσιπ φαίνεται στο τελευταίο μεγάλο πολιτικό ποίημα που μας αφήνει («Με όλη μου τη φωνή»). Γραμμένο το 1930 – τη σημαδιακή χρονιά που βάζει τέλος στη ζωή του – το ποίημα αυτό με μια προσεκτική ανάγνωση μαρτυρά τις πίκρες και τις απογοητεύσεις του. Πρώτον αποφασίζει να λογοδοτήσει στην ΚΕ του μέλλοντος και όχι στην καθοδήγηση της δικής του εποχής, να εξηγηθεί με τους συντρόφους του κομμουνιστικού μέλλοντος στα ίσα και χωρίς τη μεσολάβηση κομματικών διανοουμένων. Προφέσορα / βγάλε το ποδηλατάκι των γυαλιών σου / μονάχος μου θα πω για τον καιρό μου και για μένα. (Το ποδηλατάκι των γυαλιών το αναγνωρίζουμε χωρίς δεύτερη σκέψη στο πρόσωπο του Όσιπ Μπρικ ο οποίος ήταν ακριβώς αυτό: ο διανοούμενος που θα μιλούσε για την ποίηση του Μαγιακόφσκι.)

Ο ποιητής είναι πιο μόνος από ποτέ. Τον έχουν εγκαταλείψει οι πιο δικοί του άνθρωποι. Πιθανότατα θέλησε να φύγει να παντρευτεί την Τατιάνα Γιάκοβλεβα που τον περίμενε στο Παρίσι σαν απάντηση στη μοναξιά – την πολιτική μοναξιά – που βίωνε. Δεν είναι ότι τον κέρδισε ο δυτικός τρόπος ζωής και οι ανέσεις. Αυτό το ξεκαθαρίζει: Δεν παρήγγειλα, γράφει, έπιπλα ακριβά, κι εκτός από ένα λευκό πουκάμισο λόγω τιμής δεν θέλω τίποτ’ άλλο… (Ακριβά έπιπλα είχαν αγοράσει για το σπίτι τους οι Μπρικ.)

Η θεατρική παράσταση φωτίζει αυτές τις λεπτομέρειες από την άλλη πλευρά. Όχι απαραίτητα τη γυναικεία πλευρά, όπως λένε καμιά φορά άντρες και γυναίκες για να περιγράψουν τα πρακτικά, υπολογιστικά μυαλά. Αλλά από την πλευρά εκείνου του προσώπου που παρασύρθηκε από την επανάσταση χωρίς να την πιστέψει πραγματικά. Δείχνει την πλευρά του υποκειμένου που επιβίωσε σε έναν σοσιαλισμό που σοσιαλισμός δεν ήταν. Κρατώντας, κάτω από τους συμβιβασμούς και τους υπολογισμούς, τον έρωτά του για τον μεγάλο επαναστάτη που χάθηκε.

 

____________

Αλκμήνης 8, Αθήνα, τηλ.: 2103428650.

Κάθε Τετάρτη & Πέμπτη, στις 21:15.

Σύλληψη – Ερμηνεία: Κατερίνα Χιωτίνη.

Σκηνοθεσία: Δήμητρα Σύρου & Κατερίνα Χιωτίνη.

Κείμενο: Χάρης Σταθόπουλος& Κατερίνα Χιωτίνη.

 

 

(Εφημερίδα ΠΡΙΝ: 4/1/2015)

 

 

 

Η Έκρηξη και το αίτημα της ελευθερίας

Η καινούργια ταινία του Σύλλα Τζουμέρκα καταφέρνει να σπάσει την κυριαρχία της φόρμας, συμπυκνώνοντας το ζήτημα της οικογένειας και της πολιτιστικής κρίσης και αρθρώνοντας το αίτημα της ελευθερίας.

 

Η Μαρία είναι στο αυτοκίνητο και κανονίζει να πάρει κάποια λεφτά. Θα αφήσει τα παιδιά στην αδερφή της. Θα παρατήσει τον άντρα της. Είναι περίπου τριάντα χρονών. Είναι στο αυτοκίνητο και πετάει το κινητό της από το παράθυρο. Δεν της χρειάζεται πια.

 

Βλέπουμε τη ζωή της κομμάτι κομμάτι, προς τα μπρος και προς τα πίσω. Η Μαρία παίζει με την αδερφή της. Η Μαρία βγαίνει με έναν γκόμενο. Η Μαρία ερωτεύεται. Πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού. Κάνουν έρωτα και κάνουν σχέδια. Κάνουν έρωτα και τον ρωτάει πόσα λεφτά θα βγάζει. Η Μαρία παντρεύεται και κάνει τρία παιδιά. Η Μαρία αναλαμβάνει το μαγαζί της μάνας της. Η Μαρία περνάει στη νομική. Δεν την αφήνει το μαγαζί να σπουδάσει. Ο καπετάνιος λείπει τον περισσότερο καιρό. Μιλάνε μέσω σκάιπ. Η κρίση τινάζει στον αέρα τα πάντα. Το μαγαζί βουλιάζει στα χρέη.

 

Η οικονομία έχει αποφασίσει ότι ο άντρας  θα ταξιδεύει για να φέρνει λεφτά στην οικογένεια. Η γυναίκα θα αποζητά τον έρωτά του, θα μάθει όμως και τις διαδικτυακές ερωτικές εμπειρίες. Με άλλον τρόπο αποκτηνώνεται ερωτικά κι εκείνος. Η επαναλαμβανόμενη σεξουαλική πράξη στα διαλείμματα της αφήγησης θέλει να υπογραμμίσει τη συγκολλητική ουσία του πολιτισμού μας. Η σεξουαλική πράξη, που τελείται με ένταση και πάθος, γεμίζει ένα υπαρξιακό κενό, ένα κενό προσωπικής ταυτότητας. Είναι μια πράξη σχεδόν τελετουργικού – θρησκευτικού χαρακτήρα, που βεβαιώνει ότι όλα θα συνεχίσουν να αντέχουν και να υπηρετούν τη δεδομένη σειρά των πραγμάτων.

 

Η Γωγώ είναι η αδερφή της Μαρίας. Παρουσιάζει ελαφρά νοητική υστέρηση. Δεν μπορεί να κρατήσει το μαγαζί. Πρέπει να παντρευτεί κάποιον που να έχει μια δουλίτσα. Τον βρίσκει. Μόνο που αυτός είναι λιγάκι βίαιος. Τη χτυπάει, όπως μαθαίνουμε στη συνέχεια. Και δεν χτυπάει μόνο αυτή. Χτυπάει και μετανάστες. Είναι χρυσαυγίτης. Ένας μπούλης που δέρνει. Στη δουλειά τον κάνουν προϊστάμενο. Έχει πλέον δικό του γραφείο.

 

Όταν συγκεντρώνονται κάποια στιγμή να φάνε όλοι μαζί, τα δυο ζευγάρια και οι γονείς των κοριτσιών, αυτό είναι το πρώτο θέμα που συζητάνε. Τι δουλειά κάνεις, εμμέσως πόσα λεφτά βγάζεις, και τι πόστο έχεις. Ο μπούλης ανακοινώνει χασκογελώντας την προαγωγή του και μάλιστα ότι παίζουν και διάφορες γνωριμίες με πολιτικά πρόσωπα που εξασφαλίζουν την καλοπέρασή του.

 

Ο Τζουμέρκας δείχνει όλα αυτά αθροίζοντας τα αίτια, για να περιγράψει την έκρηξη ενός ανθρώπου, ή την έκρηξη μιας χώρας. Τοποθετεί το συγκεκριμένο οικογενειακό δράμα που ζει η Μαρία σε συγκεκριμένο χρονικό και πολιτικό πλαίσιο. Στην τηλεόραση, στο πατρικό της που βράζει, παίζει το διάγγελμα του Παπανδρέου από το Καστελόριζο. Και σε ένα επόμενο πλάνο το δελτίο ειδήσεων δείχνει επιθέσεις χρυσαυγιτών κατά μεταναστών στο κέντρο της Αθήνας. Η κρίση, η εφορία, η μιζέρια στο σπίτι, το μνημόνιο, ο χρυσαυγιτισμός, το άθλιο μαγαζί, τα βάρη της οικογένειας, όλα αυτά κάνουν τη Μαρία να θέλει να φύγει.

 

Τον κυρίαρχο πολιτισμό, τον δείχνει η ταινία. Είναι ο πολιτισμός της καταστροφικής εκμετάλλευσης του ανθρώπου και της φύσης. Στον αντίποδα, αστειεύεται με τον γραφικό ρόλο των περιβαλλοντικών οργανώσεων. Σημαίνει αυτό πως ειρωνεύεται κάθε πολιτική συλλογικότητα; Καθόλου. Δεν μιλάει για καμία πολιτική συλλογικότητα. Δεν υπάρχει στον κόσμο της συγκεκριμένης ηρωίδας, στη συγκεκριμένη μικροαστική οικογένεια, καμία πολιτική συλλογικότητα. Υπάρχει η τηλεόραση, τα χρέη, οι οικονομικές εκκρεμότητες, ένας γαμπρός που βγήκε καλός και ένας που βγήκε σκάρτος. Αλλά υπάρχει στο τέλος μία ομάδα, είναι η ομάδα ψυχοθεραπείας στην οποία θα μιλήσει τελικά η Μαρία. Αυτή είναι η κορυφαία στιγμή, το κέντρο βάρους της ταινίας. Η στιγμή που η Μαρία μιλάει.

 

Αυτή η σκηνή, λίγο μετά τη μέση του έργου, βάζει επιτέλους μία τελεία στην κατακερματισμένη αφήγηση του κόσμου της ηρωίδας. Είναι μια σκηνή λυτρωτική για το θεατή που η σημασία της υπερβαίνει τα όρια της συγκεκριμένης ταινίας. Η ηρωίδα αποφασίζει να μιλήσει. Μιλάει ουσιαστικά σε εμάς. Την έχουμε ξαναδεί αυτή την ηρωίδα σε άλλες ταινίες, την ξέρουμε περισσότερο σαν ύφος, σαν φόρμα. Μετά από αυτή τη σκηνή έχει βάρος. Έχει φωνή. Ο Τζουμέρκας μας δίνει το κλειδί: «Έζησα μια γελοία ζωή» λέει τονίζοντας την κάθε λέξη. «Δεν θέλω να ξαναδώ τα παιδιά μου. Αγαπώ τον άντρα μου, αλλά δεν θέλω να τον ξαναδώ. Θέλω να ζήσω μια ζωή λιγότερο επώδυνη».

 

Ένα κοντινό στο πρόσωπό της και μια ατάκα που θέτει το ζήτημα της οικογένειας και της ελευθερίας του ανθρώπου, το ζήτημα της αλλαγής της ζωής. Σε ποια κατεύθυνση; Αυτό δεν είναι έτοιμος να το πει κανείς. Η φυλακή της μικρής ιδιοκτησίας και της μικροαστικής οικογένειας έχει καταρρεύσει, αλλά οι δραπέτες είτε θα περιπλανηθούν χωρίς πυξίδα και ηθικές αρχές στον κόσμο της ατομικότητας μέσα σε έναν καπιταλισμό που δεν μπορεί να εξασφαλίσει εργασία και ζωή για όλους είτε θα φτιάξουν έναν καινούργιο κόσμο. Η πρώτη ελευθερία είναι η «ελευθερία-από», η δεύτερη η «ελευθερία-για-να». Αν ο θεατής σκεφτεί μόνο την πρώτη εκδοχή, θα δει μια ρηχή ταινία για τα όρια της ελληνικής οικογένειας. Οι προθέσεις του σενάριου ωστόσο δεν μένουν εκεί.

 

Ο Λάνθιμος μίλησε με τη γλώσσα ενός αντιδραστικού και κρύου φορμαλισμού, βγαλμένου από τον κόσμο της διαφήμισης, για το πρόβλημα της καταπίεσης του ατόμου από την οικογένεια ή την παράδοση («Κυνόδοντας»). Ο Οικονομίδης έδειξε  την αποξένωση και τη βία στην οικογένεια της φτωχής μικροαστικής τάξης που γίνεται φυλακή της ερωτικής επιθυμίας («Μαχαιροβγάλτης»). Ο Βούλγαρης έφτιαξε ένα ρομαντικό μελόδραμα ενδοοικογενειακού σπαραγμού με φόντο έναν ωραιοποιημένο αστικό κόσμο («Μικρά Αγγλία»).

 

Ο Τζουμέρκας δεν ωραιοποιεί τίποτα. Αφετηρία του είναι ο άνθρωπος και η αγωνία ν’ αλλάξει τη ζωή του. Ένας άνθρωπος συγκεκριμένος, που κουβαλάει τις ηθικές επιταγές της τάξης του, που όπως σκλαβώθηκε έτσι ακριβώς επιχειρεί να σπάσει τα δεσμά του. Δεν μιλάει γενικώς για την καταπίεση της οικογένειας. Γίνεται απολύτως σαφής σε ποια οικογένεια, σε ποιο ιστορικό πλαίσιο, σε ποια στιγμή έρχεται η έκρηξη. Συνδέει, έστω πρόχειρα, το πρόβλημα της οικογένειας με το πρόβλημα της πολιτιστικής κρίσης. Κάνει όμως και κάτι ακόμα. Θέτει το προγραμματικών διαστάσεων αίτημα για μια καινούργια ζωή, που δεν θα είναι γελοία και δεν είναι καταπιεστική. Χωρίς οικογένεια; Ενδεχομένως. Χωρίς καταπίεση πάντως.

 

Π.Φ.

 

 

Εξαιρετική θλιμμένη Τζάσμιν

Η φτωχή εργατική τάξη των ΗΠΑ και η τάξη που λήστεψε τον κοινωνικό πλούτο συνυπάρχουν στην πολύ ιδιαίτερη ταινία του Γούντι Άλεν που προβάλλεται για δεύτερη εβδομάδα στους κινηματογράφους. Λείπουν οι διδαχές και η συναισθηματική καθοδήγηση, ξεχωρίζει η ερμηνεία της Κέιτ Μπλάνσετ στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

 

 

Είναι μία από τις καλύτερες ταινίες του Γούντι Άλεν η Θλιμμένη Τζάσμιν. Διαφέροντας στην ατμόσφαιρα και στο ύφος αρκετά από τις προηγούμενες. Εδώ είναι ένα σχόλιο για την κρίση. Για τους ανθρώπους της κρίσης. Ή για τους ανθρώπους που προκάλεσαν την κρίση, σύμφωνα με την πιο επιφανειακή ερμηνεία. Είναι μια ταινία που παρουσιάζει με ρεαλιστικό τρόπο δύο αντίπαλες κοινωνικές τάξεις μέσα από την ιστορία δύο γυναικών που έτυχε να μεγαλώσουν στην ίδια οικογένεια, αλλά η ζωή της ενέταξε σε τελείως διαφορετικό κοινωνικό πλαίσιο. Η μία από τις δύο αυτές γυναίκες παίρνει ένα αεροπλάνο και επισκέπτεται στην άλλη. Η ζωή της δίπλα σε έναν επιτυχημένο επιχειρηματία έχει τερματιστεί βίαια. Η ψυχολογική της κατάσταση έχει επιδεινωθεί μετά τα γεγονότα που σημάδεψαν την οικογενειακή της ζωή.

Θα σταθεί στα πόδια της ή θα γκρεμοτσακιστεί; Αυτό είναι το ερώτημα που κινεί την πλοκή του έργου. Δεν έχει δουλέψει ποτέ στη ζωή της, έχει αποκτήσει όμως τις κοινωνικές δεξιότητες που είναι απολύτως αναγκαίες για να υποστηριχθεί η δραστηριότητα ενός συζύγου των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Δεξιότητες που μπορεί να αναγνωρίσει ένας πολιτικός, φερ’ ειπείν ένας υποψήφιος γερουσιαστής, ή ένας διπλωμάτης, ένας υπουργός, ένας τραπεζίτης. Αλλά τον κόσμο της εργασίας, τον κόσμο μέσα στον οποίο είναι βουτηγμένη η αδερφή της, που επισκέπτεται σε μια άλλη πόλη, ουσιαστικά σε μια άλλη χώρα, δεν τον ξέρει ούτε από τις ταινίες. (Γιατί συνήθως οι ταινίες δεν εστιάζουν παρά μόνο σπάνια, παρά μόνο φευγαλέα, σε αυτή τη ζωή.)

Αυτοί που ζουν δουλεύοντας, αυτοί που ζουν από την εργασία τους, και ειδικά αυτοί που δουλεύουν με τα χέρια τους, όπως οι ήρωες της κοινωνικής οικογένειας της αδερφής της Τζάσμιν στο έργο, δεν πέφτουν με αυτό τον τρόπο. Η κρίση βέβαια πλήττει περισσότερο αυτούς παρά την τάξη από την οποία ίπταται στο κενό η Τζάσμιν. Δεν έχει σημασία. Η ταινία περιγράφει με εξαιρετικό τρόπο την πτώση της Τζάσμιν, την πτώση, την παρακμή του κοινωνικού κόσμου που εκπροσωπεί αυτή η τραγική και κάπως κωμική ηρωίδα με το αλλαγμένο όνομα και τα ωραία ρούχα. Και το κάνει με εξαιρετικό τρόπο κυρίως  χάρη στην ερμηνεία της Μπλάνσετ, που δίνει την καλύτερη σύγχρονη εκδοχή της Μπλανς Ντυμπουά από το A Streetcar Named Desire (Λεωφορείον ο Πόθος) – πάνω στο οποίο πατάει στις βασικές του δομές το σενάριο της ταινίας του Γούντι Άλεν. Μόνο που εδώ η «καλοσύνη των ξένων» γίνεται κομμάτια στον κόσμο των αστών, στον μόνο κόσμο που ξέρει η Τζάσμιν να σταθεί. Αν θα καταφέρει να επιζήσει ή θα βυθιστεί σε έναν κόσμο σκοτεινό δεν το ξέρουμε όταν πέφτουν οι τίτλοι τέλους.

Η Μπλάνσετ ερμηνεύει για Όσκαρ. Παίζει με όλο της το σώμα. Δεν είναι μόνο οι εκφράσεις του προσώπου της. Είναι ακόμα και ο τρόπος που κρατάει την τσάντα της. Και καταφέρνει να παίξει την ηρωίδα, να είναι η ηρωίδα και ταυτόχρονα κρατά απόσταση από αυτή. Υπάρχουν στιγμές που διακρίνεις μια ειρωνεία, ένα σαρκασμό του ρόλου πάνω στο ρόλο. Το μεγάλο προτέρημα της σκηνοθεσίας είναι ότι δεν οδηγεί το θεατή σε συναισθηματικές ταυτίσεις. Δεν υπάρχει θετικός και αρνητικός ήρωας. Η φτωχή εργατική τάξη παρουσιάζεται όπως είναι. Φτωχή οικονομικά και πολιτιστικά. Προσγειωμένη, φωνακλάδικη, μαχητική στην καθημερινότητά της. Η πλούσια ζωή της νέας αστικής τάξης παρουσιάζεται όπως  είναι. Η χλιδή και η απάτη παρουσιάζονται όπως είναι. Δεν λυπάσαι για τη ματαίωση των ονείρων, τη διπλή ματαίωση των ονείρων της μιας αδερφής. Δεν λυπάσαι την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η άλλη αδερφή, μια στάσιμη κατάσταση χωρίς καμία δυνατότητα ανόδου. Σκέφτεσαι.

 

(ΠΡΙΝ, 8/9/2013)

Η ποίηση και η Δεξιά του δρόμου

Η Κική Δημουλά πήγε περίπατο στην Κυψέλη με τους Ατενίστας και σε μια στάση της ομήγυρης έβγαλε έναν καημό για τη χαμένη ελληνικότητα της γειτονιάς. Ό,τι είπε στιγματίστηκε ως δείγμα ρατσιστικού λόγου. Η μάχη γύρω από το πτώμα των δηλώσεών της και κάποια πρώτα συμπεράσματα για το πεδίο της αντιπαράθεσης.

Στην ποίηση της Δημουλά συχνά νικά η ευκολία του ύφους επί του περιεχομένου. Στις δηλώσεις της στον περίπατο της Κυψέλης με τους Ατενίστας νίκησαν τα κλισέ. «Δε θέλω να πω πως οι ξένοι της Κυψέλης είναι και ληστές. Πάντως, αν κανείς πάει στην πλατεία Κυψέλης, δεν έχει χώρο να πατήσει». Δεν ήταν ρατσιστικός ο λόγος της, με την έννοια ότι δεν ήταν κήρυγμα μίσους. Ήταν ένας λόγος κυμαινόμενος ανάμεσα στη δεξιά του δρόμου και στην αριστερά της εκκλησίας. (Αυτό τουλάχιστον μετά από μια δεύτερη ανάγνωση του απομαγνητοφωνημένου κειμένου με όλη την επικινδυνότητα να κρίνεις τον προφορικό λόγο σαν γραπτό.)

Μήπως, όμως, οι δηλώσεις για τα πιασμένα παγκάκια από μετανάστες που παίζουν χαρτιά απέχουν παρασάγγας από την ποιητικότητα ή δεν απέχουν και πολύ από μια αισθητική ενόχληση σαν κι αυτή που έχει διατυπώσει ο τραγουδιστής Νότης Σφακιανάκης; Η ποίηση σήμερα πρέπει να εξοπλίζει, να δίνει τα εφόδια για να μπορεί να σταθεί κανείς απέναντι στον εκφασισμό, στη χυδαιότητα, στον ανορθολογισμό. Η ποίηση της Δημουλά – πέρα από τις προθέσεις της – δεν τα καταφέρνει εδώ. Όχι γιατί δεν μιλά για οδοφράγματα. Αλλά γιατί μένει σε έναν λυρισμό που κοιτάζει προς τα μέσα.

Στην ουσία της η χειρονομία της Δημουλά, ο τρόπος της, δεν διαφέρει από τον τρόπο του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά όπως αποτυπώνεται στην παρακάτω δήλωσή του το βράδυ της ανάστασης: «Ας κρατήσει ο καθένας μέσα του, στην καρδιά του, μια αναμμένη λαμπάδα…». «Ας πετάξουμε το ακόντιο λίγο μακρύτερα» έγραφε πριν από μερικά χρόνια η Δημουλά εμψυχώνοντας έναν άλλο πρωθυπουργό από την ίδια παράταξη που αναλάμβανε και καθήκοντα υπουργού Πολιτισμού, τον Κώστα Καραμανλή.

Για τη μεγάλη αντίδραση που προκάλεσαν οι δηλώσεις στο πηγαδάκι της Κυψέλης πρέπει να δούμε δύο κυρίως παράγοντες: α) την καχυποψία που είχε δημιουργήσει εις βάρος της η ποιήτρια, από την εποχή του ακοντίου και του «Τολμήστε!» και β) τη φύση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης όπου σε παρόμοιες περιπτώσεις επικρατεί το λυντσάρισμα και το όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας. Αλλά θα πρέπει να προσθέσουμε έναν ακόμα, καταλυτικό παράγοντα: την υπαρκτή τάση νέας ριζοσπαστικοποίησης που βγαίνει μέσα από το στρατόπεδο της μετριοπάθειας, με όλη τη βία της εποχής.

Συχνά χωρίζουμε τον κόσμο με ευκολία για να φτιάξουμε μια χοντρή αντίθεση καταπώς μας βολεύει. Χωρίς να βλέπουμε τις εσωτερικές αντιθέσεις σε κάθε πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική κοινότητα. Κι όμως χρειάζεται να καταλάβουμε τη στάση εκείνων που αγαπούν την ποίηση της Δημουλά, και ενοχλούνται από τις δηλώσεις της, κι εκείνων που ενοχλούνται από την υπερβολική βιαιότητα ορισμένων αντιδράσεων ωστόσο κανείς δεν μπορεί να τους χρεώσει απάθεια απέναντι στο φασιστικό φαινόμενο – να καταλάβουμε ακόμα τι γούστο διαμορφώνει η LiFO, για παράδειγμα, και τι θέλουν τα παιδιά που πήραν μέρος στις πρώτες εκδηλώσεις των Atenistas, ορίζοντας την επικράτεια αυτού του λυρικού, που είναι και δεν είναι πολιτικό αίσθημα, στο οποίο αναφέρεται στο άρθρο του στο τεύχος Μαΐου του περιοδικού UNFOLLOW ο Δημήτρης Παπανικολάου.

Όποιος ακούει Μποφίλιου αντί για Active Member είναι απέναντι; Όποιος λυπάται για τα καμένα ιστορικά κτίρια της πόλης είναι αντιδραστικός; Όποιος κρατάει αποστάσεις από την τυφλή εξεγερτικότητα και την ατομική βία είναι υποταγμένος; Το ότι δεν καταφέρνουμε πάντα να επικοινωνήσουμε με αυτό το «λυρισμό» που δοκιμάζει τη φωνή του σε συναυλίες και σχεδόν πολιτικά γεγονότα, στα μπλογκ και σε κινηματογραφικές απόπειρες, γιατί είμαστε στη φόρμα πιο σκληροί και απαιτητικοί, πρέπει να το κρατήσουμε για να το δούμε. Η ανεκτικότητα, η ανοιχτή ματιά, η κριτική που αποφεύγει την αγριότητα είναι προτερήματα του λόγου και πρέπει να είναι στοιχεία της νέας γλώσσας της κομμουνιστικής, της μόνης γνήσια απελευθερωτικής Αριστεράς.

(ΠΡΙΝ, 12 Μαΐου 2013)

Ήρωες της κρυμμένης αφήγησης

Λογοτεχνικοί ήρωες που εκπροσωπούν το ταξικό επαναστατικό ρεύμα συνήθως χάνονται από το προσκήνιο της αφήγησης, ή ξεχωρίζουν, σύμφωνα με την κυρίαρχη αστική ανάγνωση, σαν εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Υπάρχει ωστόσο μια δεύτερη ανάγνωση, στη σκιά της πρώτης, που όσο κι αν οι κοινωνικοί συσχετισμοί την αποκρύβουν, προκαλεί αυτούς που γράφουν κι αυτούς που διαβάζουν να την εντοπίσουν.

Την προηγούμενη Κυριακή στην Εργατική Λέσχη Νέας Σμύρνης προβλήθηκε, παρουσία του σκηνοθέτη Λεωνίδα Βαρδαρού, η ταινία Ούλοι εμείς εφέντη (1998). Η ιστορία των οκτώ ανταρτών της Ικαρίας που κατάφεραν να μείνουν ασύλληπτοι μέχρι το 1955 και τελικά να διαφύγουν, έχει περάσει και στη λογοτεχνία. Το μεγάλο προτέρημα της ταινίας είναι ότι δείχνει τους οκτώ όπως ήταν, όχι υπεράνθρωποι επαναστάτες, αλλά σφιχταγκαλιασμένοι με το χώρο και το χρόνο, ένα με το τοπίο του νησιού και τους πολλούς ανώνυμους κατοίκους που τους υποστήριξαν. Ας μιλήσουμε όμως για ήρωες.

Ο Γιάννης Σαλάς (1909-1949), στον οποίο κάνει ειδική μνεία η ταινία του Βαρδαρού για το ρόλο του στο Δημοκρατικό Στρατό Σάμου – Ικαρίας, είναι ο Φάνης της τριλογίας του Στρατή Τσίρκα Ακυβέρνητες πολιτείες, που εξετάζει την περίοδο του αντιφασιστικού αγώνα στη Μέση Ανατολή. Ο Φάνης είναι ο αφανής ήρωας της τριλογίας. Οι κυρίαρχες αναγνώσεις τον εξαφανίζουν μαζί με το λαϊκό παράγοντα, μαζί με το κόμμα, που το παρουσιάζουν κυρίως σαν καταπιεστικό μηχανισμό, εστιάζοντας περισσότερο στα πάθη και στις αδυναμίες του κεντρικού πρωταγωνιστή, του διανοούμενου Μάνου Σιμωνίδη. Δεν μπορούν να απαντήσουν πώς ένας ήρωας, καλλιεργημένος, όμορφος, μπορεί να πεθάνει μαχόμενος δίπλα σε έναν εργάτη με ταλαιπωρημένη εμφάνιση και κλονισμένη υγεία. Δεν μπορούν να ξεπεράσουν τον εστετισμό, στην αντίληψή τους για τον κόσμο.

Η στάση που κρατούν οι λογοτέχνες μας απέναντι στο θέμα της οργάνωσης, απέναντι στο πρόβλημα της κομματικότητας, συνδέεται με το αισθητικό ζήτημα. Ο Τσίρκας είναι μεγάλος συγγραφέας γιατί κατανοεί το πρόβλημα. Γιατί συγκεντρώνει μεθοδικά το υλικό του και φωτίζει όλες τις πλευρές, όλη την ταξική και πολιτιστική αντιπαράθεση που διεξάγεται εντός της υπόθεσης, μέσα στο  κίνημα και στην πρωτοπορία του. Ο Άρης Μαραγκόπουλος, στο νέο μυθιστόρημά του Το χαστουκόδεντρο, δεν ασχολείται τόσο με το πρόβλημα, ωστόσο δίνει χώρο σε διαφορετικές φωνές της τάξης των κομμουνιστών. Ο κεντρικός του ήρωας, ο Τόνι (Αντώνης Αμπατιέλος) είναι ένας κατ’ εξοχήν άνθρωπος του κόμματος και κάπως μονοκόμματος. Σε αντίθεση με την Μπέτι, τη γυναίκα του, που έχει έναν αέρα ανεξαρτησίας και έντονης ατομικότητας. Σε αντίθεση επίσης με τις ποιητικές εξάρσεις των αιρετικών συντρόφων που βρίσκουν στην ποίηση του Μιχάλη Κατσαρού τις φλογισμένες απαντήσεις που τους λείπουν.

Σε αντίθεση, τέλος, με την πολιτική στάση που προτείνει κάποιος Αντώνης Μπόγας, που συναντά τον Τόνι στο Παρίσι το φθινόπωρο του 1968. Μαθαίνουμε γι’ αυτόν ότι ήταν στην Ικαρία αντάρτης ως το 1955, αλλά τώρα έχει απομακρυνθεί από το κόμμα. (Εδώ ο Μαραγκόπουλος γράφει τη δική του εκδοχή πάνω στην ιστορία του Αντώνη Καλαμπόγια). Η φωνή του Μπόγα διαφέρει αισθητά και από αυτή του σταθερά προσηλωμένου στην καθοδήγηση συντρόφου του, αλλά και από εκείνη των αναθεωρητών. Επιχειρεί να δώσει μια επαναστατική απάντηση στρατηγικών προδιαγραφών στο πρόβλημα της τακτικής του κινήματος, όπως αναδείχθηκε στο γαλλικό Μάη και στα δικά μας Ιουλιανά, και οι κομματικοί συνομιλητές του παραδέχονται ότι μιλάει μια γλώσσα που δεν είναι οπορτουνιστική, που κάτι άλλο πάει να πει.

Ο Σαλάς, ο Καλαμπόγιας και οι λογοτεχνικές τους μορφές, μαζί και η τάξη τους, αδικούνται από την  κυρίαρχη αστική αφήγηση που θέλει τους αγωνιστές να σκοτώνονται μάταια, να σπαταλούν τη ζωή τους σε φυλακές, εξορίες, ή σε αγώνες χωρίς αντίκρισμα. ( Ή τους υμνεί σαν ωραίους εξεγερμένους, αν έχουν εγκαταλείψει την οργανωμένη πάλη.) Στη δεύτερη αφήγηση, που κινείται στη σκιά της πρώτης, οι πρωτοπόροι αγωνιστές της εργατικής τάξης μορφώνονται και οργανώνονται, διαβάζουν τους κλασικούς και την ιστορία των λαϊκών αγώνων, ξαναδιαβάζουν από χίλιες γωνίες τον Κατσαρό, τον Ρίτσο, τον Σεφέρη, τον Τσίρκα, γνωρίζοντας ότι το παρελθόν μεταβάλλεται διαρκώς, αναγνωρίζοντας τη δική τους ευθύνη για το ποια ανάγνωση θα επικρατήσει.

(ΠΡΙΝ 20 Ιανουαρίου 2013)

Επιστροφή στην ψυχή των πραγμάτων

Ρεαλισμός υψηλού επιπέδου και πολυφωνική δυναμική αφήγηση, τα κύρια λογοτεχνικά προτερήματα του νέου βιβλίου του Άρη Μαραγκόπουλου, που με όχημα την ιστορία δύο ανθρώπων φτιάχνει την ιστορία της σύγκρουσης δύο κοινωνικών κόσμων.

Image

Στο «Χαστουκόδεντρο» (εκδ. Τόπος), με όχημα την ιστορία του ναυτεργάτη κομμουνιστή Αντώνη Αμπατιέλου και της συζύγου του Μπέτι Μπάρτλετ, ο Άρης Μαραγκόπουλος γράφει για τα χρόνια της φρίκης (1947-1964) εξετάζοντας από πολλές γωνίες, και αντιπαραβάλλοντας, τον μικρό και τον μεγάλο κόσμο των νικητών και των νικημένων της επικής δεκαετίας του 1940. Ξεκινάει να διαβάζει κανείς για την Οδύσσεια μιας εμποδισμένης αγάπης και καταλήγει στην ψυχή των πραγμάτων στη μετεμφυλιακή Ελλάδα.

Η τεχνική του συγγραφέα δοκιμάζεται επιτυχώς στη σύνθεση του υλικού των γεγονότων με το υλικό της λογοτεχνικής επινόησης φτιάχνοντας ένα μίγμα λογοτεχνικής γραφής και ιστορικής καταγραφής: μυθιστορία. Το βιβλίο έχει πολλούς πρωταγωνιστές και ισάριθμες φωνές. Ακούμε την ιστορία του Τόνι και την ιστορία της Μπέτι, την ιστορία των πολιτικών κρατουμένων της Μακρονήσου και των άλλων τόπων εξορίας και εγκλεισμού. Ακούμε την ιστορία των διωκτών τους. Όμως –και εδώ είναι το μεγάλο επίτευγμα του συγγραφέα – οι επιμέρους ιστορίες, οι επιμέρους αφηγήσεις δεν εξουδετερώνουν το νόημα αλλά συμπληρώνουν η μια την άλλη.

Η πλοκή ξεκινάει από τα Χριστούγεννα του 1941, με μια παράξενη συνάντηση στο ξενοδοχείο «Πλάζα», στη Νέα Υόρκη. Ο νεαρός ναυτικός Αντώνης (Τόνι) Αμπατιέλος συναντιέται με τον μεγαλέμπορο Τομ Πάπας και τους εφοπλιστές Ωνάση και Λιβανό.Ο νεαρός ναυτεργάτης βρίσκεται στη Νέα Υόρκη και τυχαίνει να σώσει τη ζωή ενός έλληνα μεγαλοεπιχειρηματία που, για να τον ευχαριστήσει, τον παίρνει υπό την προστασία του για λίγες ώρες. Του αγοράζει ένα καλό κουστούμι και τον οδηγεί στο πανάκριβο ξενοδοχείο όπου πρόκειται σε λίγο να βρεθεί στην ίδια παρέα με τους άμεσους ταξικούς του αντιπάλους που πολύ σύντομα θα μάθουν να τον εχθρεύονται γιατί αυτός ο νεαρός, φαινομενικά δειλός και μαζεμένος, θα τα βάλει στα ίσα μαζί τους.

Πολιτικά το κείμενο στέκει αμείλικτο απέναντι στην ελληνική αστική τάξη, που περιγράφεται σαν τάξη χωρίς κανένα συλλογικό όραμα, παρά μόνο με τη στενή επιδίωξη της καταξίωσης έναντι των άλλων, ελέγχοντας όλο το πολιτικό προσωπικό με εξυπηρετήσεις και διευκολύνσεις. Από την άλλη η εργατική τάξη, μέσα από τους ηγέτες της, εμφανίζεται ηρωική αλλά όχι σοβαρά προετοιμασμένη, πέρα από την ηθική της υπεροχή, για να νικήσει. Ο Αμπατιέλος βγαίνει πάντα να υπερασπίζεται το Κόμμα του, στα εύκολα και στα δύσκολα, έχοντας μέσα του ανοικτά ερωτήματα για λάθη και ανεπάρκειες. (Κάπου ανάμεσα στον Φωτερό και στον Φάνη, της τριλογίας του Τσίρκα.) Η Μπέτι αμφιβάλλει περισσότερο, είναι πιο παρορμητική, πιο ανυπότακτη.

Ο συγγραφέας έχει μελετήσει προσεκτικά την ιστορία, κι έχει δουλέψει πολύ με τα γεγονότα, τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν σε αυτή. Δεν υποτιμά καμία πλευρά της ζωής. Μας δείχνει τη στάση του αγωνιστή και τη στάση του καταπιεστή, τη στράτευση και τη φθορά του πρώτου, την ποικιλία των συνηθειών του δεύτερου·  τις αντιθέσεις στο στρατόπεδο των νικητών, τις αντιθέσεις και στο στρατόπεδο των ηττημένων· τον έρωτα και την αγάπη για τη ζωή, την αφοσίωση και την ψύχρα,  τη θέληση και την ταλάντευση, τη θερμότητα και την αδεξιότητα των σκληρών σωμάτων· τα σώματα που έμειναν αλύγιστα και τ’ άλλα που δίπλωσαν στα δυο.

Οι απότομες μεταβάσεις από τη μια στην άλλη πραγματικότητα, από τις εστεμμένες βασίλισσες στους εσταυρωμένους αγωνιστές, δημιουργούν αντιστίξεις στις οποίες καταγράφεται η σφοδρή σύγκρουση δύο κόσμων, δύο αντίπαλων κοινωνικών παρατάξεων. Σκηνές υψηλής λογοτεχνικής αξίας, σε φυλακές όπου εισβάλλει η ποίηση του Κατσαρού, σε θαλαμηγούς όπου η φωνή της Κάλλας σκεπάζει το υπαρξιακό κενό, στη μοναχική πορεία ειρήνης του Γρηγόρη Λαμπράκη, προσφέρουν στον ίδιο τον αναγνώστη την αίσθηση ενός παντογνώστη αφηγητή. Αφηγητή μιας ιστορίας που γράφεται ακόμα.

(ΠΡΙΝ, 5 Ιανουαρίου 2013)

Εμπάργκο απ’ την ανάποδη

Ξεχωριστή φυσιογνωμία δημιουργού που έβλεπε πολύ μακριά στο βάθος της εποχής μας, ο Άλκης Αλκαίος (Βαγγέλης Λιάρος) ήταν ο στιχουργός-ποιητής της ήττας που με ήττα δεν μοιάζει. Δούλεψε εντατικά την τέχνη του σε σκληρό καθεστώς απομόνωσης από την παρακμή δίνοντας τη ζωή του στο λαϊκό πολιτισμό – στην πάλη του εργαζόμενου ανθρώπου να υψωθεί πάνω από τη βαρβαρότητα και την ασημαντότητα.

Image

 

Είναι πραγματικά δύσκολο να βρεθούν στίχοι του Άλκη Αλκαίου αισθητά κατώτεροι από τους στίχους στο «Ερωτικό» (Με μια πιρόγα…) ή τη «Ρόζα», τα δύο πιο γνωστά από τα γνωστά τραγούδια που μας έδωσε. Τόση ήταν η δουλειά που είχε μέσα της η δουλειά του. Πολύ διάβασμα και πολλή αγάπη για την ποίηση και τη λογοτεχνία ήδη από τα χρόνια του Γυμνασίου. Πολλά όνειρα και πολλή δίψα για να κερδηθεί ο κόσμος. Μα πάνω απ’ όλα το απόλυτο δόσιμο στη ζωή. Ο Άλκης Αλκαίος γεύτηκε «όλα τα ρόδα και τ’ αγκάθια» με πολιτικό θάρρος. Διέθετε σοβαρή κοινωνική πείρα παρά την αναγκαστική απομόνωση κι εναρμόνιζε τέλεια στο στίχο του την προσωπική εμπειρία με την κοινωνική πραγματικότητα.

Συνέβαλε έτσι καθοριστικά (αυτός κι ο Κώστας Τριπολίτης) στην ανανέωση του τραγουδιού πολιτικής αναφοράς μετά το ’70 κι έδωσε «πολιτικό βάθος» στο λαϊκό ερωτικό τραγούδι τηρώντας ο ίδιος αδιάλλακτη στάση απέναντι στη βιομηχανία της ελαφρότητας. Τον θαύμασαν, τον αγάπησαν κι έγραψαν για αυτόν, όλοι όσοι συναισθάνονταν το βάρος της υπεράσπισης του λαϊκού πολιτισμού. Απέναντι στην πιο συνηθισμένη παρερμηνεία του, που υμνεί τη λαϊκότητα στους πρωτόγονους κι αυθόρμητους τρόπους εκδήλωσής της, οι καλλιτέχνες της πρωτοπόρας παράταξης, με το έργο τους πάνω απ’ όλα, φέρνουν τον άνθρωπο σε θέση να συλλογιστεί και να εκδηλωθεί πάνω από το πρωτογενές βίωμα. Και καταφέρνουν να το κάνουν αυτό χωρίς να ξεμακραίνουν από τον κόσμο, κάνοντας τέχνη που δεν είναι εύκολη, που θέλει σκέψη και δουλειά για να κατακτηθεί.

Έχει τέτοια εκφραστική δύναμη ο στίχος του Αλκαίου που ζει τη δική του ζωή πάνω από το τραγούδι και το τραγούδι πασχίζει να τον συγκρατήσει μέσα του. Είναι ένας κώδικας ανοιχτός σε αποκρυπτογράφηση. Δεν είναι δύσκολος, δεν είναι εγκεφαλικός, απαιτεί μόνο τη στοιχειώδη προσπάθεια για να τον ξεκλειδώσεις. Διαπερνά τα πιο γνωστά του ρεφρέν ένας συνθηματικός λυρισμός. Έχουν την πυκνότητα της ποίησης και την ευστοχία των σωστών συνθημάτων.  «Είμαι περήφανος γιατί πριν από τριάντα χρόνια ανακάλυψα έναν ποιητή που παριστάνει το στιχουργό» έλεγε ο Θάνος Μικρούτσικος στην παρουσίαση του τελευταίου δίσκου που έκανε με τον Αλκαίο. Ένας ποιητής που παρίστανε το στιχουργό και ένας γενναίος άνθρωπος που παρίστανε τον απαισιόδοξο: Αυτός ήταν ο Βαγγέλης Λιάρος που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του γράφοντας και διαβάζοντας, ελπίζοντας και αμφιβάλλοντας.

«Πώς να δεθεί η Μεσόγειος με σκοινιά;» Πώς να κλειστεί η αδιάκοπη ροή του κόσμου σ’ ένα κεφάλι; Από την άλλη, ο νεαρός μαθητής της ποίησης από την Πάργα, που σπούδασε Νομικά και θήτευσε στην αντιδικτατορική πάλη, κι ύστερα εντάχθηκε στο ΚΚΕ γύρω στο ’77 για ν’ αποτραβηχτεί μετά το ’89, χωρίς να γίνει ποτέ εμπαθής, κλείστηκε μες στο δωμάτιό του για να μπορέσει να δει, όπως έγραψε η Λένα Παππά, όλο τον κόσμο: «το διαμαντένιο αηδόνι του βασιλιά της Κίνας, σινιάλα από φάρους που σβηστήκαν και μαγικά τοτέμ απ’ άγνωστες φυλές, κι εφηβικά κορμιά και καλοκαίρια γαλανά, θάνατους και φωτιές κι αόρατη ομορφιά».

«Οι πραγματικοί ποιητές μάς δείχνουν όψεις του μέλλοντός μας. Βλέπουν και εκφράζουν πριν από μας αυτό που θα γίνει συνείδηση κάποια χρόνια μετά» έχει πει πάλι ο Μικρούτσικος μιλώντας για τους στίχους στο «Εμπάργκο» (1982). Εκεί ο Αλκαίος είδε όντως την αιχμαλωσία της γενιάς του, πολύ πριν συντελεστεί. Στο τέλος της ζωής του, παρά την κούραση από την αρρώστια, γράφει αφήνοντας χαραμάδες ελπίδας. Αυτός, που κράτησε μια τόσο απόλυτη στάση απέναντι στα γεγονότα, που επιδίωκε το τέλειο αποτέλεσμα σε όλα, ίσως κάτι να είδε φεύγοντας που εμείς δεν μπορούμε ακόμα να δούμε. Ίσως κάτι ανάποδο απ’ το Εμπάργκο σε μια πορεία. Δικαιολογώντας απολύτως τον ισχυρισμό ότι υπήρξε όντως ποιητής του τραγουδιού της ήττας που με ήττα ακριβώς δεν μοιάζει.

 
(ΠΡΙΝ, 16 Δεκεμβρίου 2012)
 

Η θανάσιμη απλότητα των ιδεών

Σε πρόσφατη δημοσκόπηση της VPRC υπάρχουν μερικά πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία, χαρακτηριστικά της κινητικότητας ή και της σύγχυσης που επικρατεί στο εκλογικό σώμα. Αρκετοί ψηφοφόροι (3/10) της Χρυσής Αυγής, η οποία εμφανίζει μεγάλη δυναμική ανόδου, δηλώνουν πως συμπαθούν τον Αλέξη Τσίπρα. (Αντίθετα κανείς τους δεν έχει θετική γνώμη για την Αλέκα Παπαρήγα.) Προφανώς ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ σε καμία περίπτωση δεν εκπροσωπεί τον κομμουνισμό, που παραδοσιακά αποστρέφονται τα πιο συντηρητικά στρώματα, γίνεται όμως αποδεκτός σε ένα βαθμό όσο διατηρεί το αντιμνημονιακό λάβαρο.

Στον ΣΥΡΙΖΑ, που δείχνει να αποκτά προβάδισμα έναντι της ΝΔ, μόνο ένας στους 10 έχει θετική άποψη για τον Νίκο Μιχαλολιάκο, αλλά 4 στους 10 βλέπουν με καλό μάτι τον Πάνο Καμμένο. Η συμπάθεια ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ προς τον αρχηγό των Ανεξάρτητων Ελλήνων έχει ιστορία, αφού μόλις τον Ιούλιο περίπου οι μισοί από αυτούς τον αποδέχονταν θετικά. Τα αισθήματα είναι σχεδόν αμοιβαία, με τους μισούς σημερινούς υποστηρικτές των ΑΝ.ΕΛ. να ανταποδίδουν τη συμπάθεια για τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Μεσαία κοινωνικά στρώματα, ψηφοφόροι κομμάτων του φιλελεύθερου τόξου, θα έδιναν περίπου την παρακάτω ερμηνεία: Ότι πρόκειται για εξτρεμιστικές πολιτικές δυνάμεις που, παρά το διαφορετικό ιδεολογικό πρόσημο, μοιάζουν μεταξύ τους στο ότι καλούν τις μάζες να αντιδράσουν βίαια και παράλογα σε αυτό που βιώνουν. Οι πιο φανατικοί αναγνώστες της Καθημερινής ίσως να επικαλούνταν την περίφημη θεωρία των άκρων σύμφωνα με την οποία όποιος αμφισβητεί τη σημερινή πολιτική και οικονομική κατάσταση δεν είναι παρά εχθρός της δημοκρατίας.

Όμως το ερώτημα παραμένει. Τι ενώνει ένα τμήμα των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, των Ανεξάρτητων Ελλήνων και της Χρυσής Αυγής; Νιώθουν προδομένοι, καταδικάζουν φραστικά το πολιτικό σύστημα, ζητούν τιμωρία των ενόχων. Αυτό ήταν το αρχικό πλαίσιο της διαμαρτυρίας, όταν ακόμα και δημοφιλείς τηλεοπτικές εκπομπές καλούσαν τον κόσμο πέρυσι το καλοκαίρι να κατέβει στο Σύνταγμα, στις συγκεντρώσεις των αγανακτισμένων. Από εδώ και τα απολίτικα συνθήματα «κλέφτες, κλέφτες» και οι μούντζες στο Κοινοβούλιο. Η συνύπαρξη με αυτό το αυθόρμητο λαϊκό στοιχείο, για την οποία κατηγορούν τους αριστερούς οι φιλελεύθερες κεντρώες δυνάμεις που αποδοκίμασαν εντόνως την αισθητική των συγκεντρώσεων στο Σύνταγμα, είναι ένα επιμέρους αληθινό περιστατικό που αποκρύπτει μια βαθύτερη αλήθεια.

Τελικά αυτό που ενώνει ένα μέρος των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, των Ανεξάρτητων Ελλήνων και της Χρυσής Αυγής είναι η απλοϊκή αντίληψη που έχουν για την κρίση – ότι δεν πρόκειται για κρίση του συστήματος, κρίση ενός τρόπου παραγωγής, αλλά για φαινόμενα ασυδοσίας, διαφθοράς, παρανομίας και υπερβολικού πλουτισμού κάποιων προσώπων. Και εδώ είναι που συναντιούνται οι νηφάλιοι παρατηρητές του Πρόταγκον με τους φωνακλάδες ακροατές του Τράγκα. Αν και μισούν ο ένας τον άλλο θανάσιμα, ερμηνεύουν τελικά με τον ίδιο τρόπο. Γιατί τελικά παρά τις πολιτιστικές αντιθέσεις τους, και τα δύο μέρη λειτουργούν κάτω από την κυριαρχία των ίδιων ιδεών.

Η ψυχολογική ενότητα του λαού σε συνθήκες μαζικής θλίψης και μείωσης της συμμετοχής στο δημόσιο χώρο, διαμεσολαβείται από τα μέσα ενημέρωσης. Τα αστεία βγαίνουν από τις διαφημίσεις, είναι ατακαριστά και αναπαράγονται μαζικά. Οι ταξικές διαφορές γεφυρώνονται μέσα από τα σίριαλ. Έπειτα ο βομβαρδισμός με θρύμματα αλήθειας και «αποκαλυπτικά ρεπορτάζ» επιτείνει την πολιτική απογοήτευση. Τα πρόσωπα για τα οποία μαθαίνουμε ότι πουλήθηκαν και αγοράστηκαν συγκεντρώνουν το θυμό και την οργή. Μα τίποτε απ’ όλα αυτά δεν βγάζει νόημα.

Σε αυτό το κατακερματισμένο τοπίο η προσωρινή πολιτική υπεροχή του ΣΥΡΙΖΑ οφείλεται στο ότι δίνει μια υπόσχεση σοσιαλδημοκρατικής στροφής που, παραμερίζοντας τα βαθιά συστημικά αίτια της κρίσης, ξεγελάει τα πληβειακά στρώματα ότι κάτι μπορεί να τους δώσει καθησυχάζοντας παράλληλα τη μεσαία τάξη. Αν αποτύχει, είναι ήδη ορατοί οι πόλοι υποδοχής των προδομένων οπαδών του. Τόσο απλά.

(ΠΡΙΝ, 16 Σεπτεμβρίου 2012)

Ο πόλεμος των τραγουδιών

Όταν η Σωτηρία Μπέλλου, μια νύχτα του Δεκέμβρη του ’48, κατέβαινε από το πάλκο του Τζίμη του χοντρού στην Αχαρνών ξυλοκοπημένη από μια παρέα χιτών γιατί αρνήθηκε να τραγουδήσει το τραγούδι που της ζήτησαν «Του αητού ο γιος», ήταν ωραία κι αντάξια του ρεπερτορίου της γιατί έκανε κάτι που ξεπερνούσε το θάρρος του μέσου λαϊκού ανθρώπου, κάτι ηθικά ανώτερο. Με την πράξη της αυτή, ξανακέρδιζε τα τραγούδια της. Και τα τραγούδια της ψήλωναν μαζί της.

Ήταν αυτός ο πολιτισμός των μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού, της Ελλάδας της αντίστασης, που ηττήθηκε και στο πεδίο της μάχης και στην καθημερινότητα από την άλλη Ελλάδα – της δουλοπρέπειας. Το έχει αποτυπώσει με μοναδικό κινηματογραφικό τρόπο ο Θόδωρος Αγγελόπουλος στον Θίασο, στην περίφημη σκηνή της μάχης των τραγουδιών.

Δεν βρίσκεται πάντα στα τραγούδια καθ’ εαυτά η συγκολλητική ουσία που τα ενώνει με τις λαϊκές παρατάξεις. Όταν στίχοι και μουσική γίνονται σημαίες είναι ο ίδιος ο λαός οπλισμένος με ικανότητα να διακρίνει, χωρισμένος πολιτιστικά – σε στρατόπεδα όχι μόνον πολιτικά αλλά αξιακά. Στις εποχές που τα σύνορα θολώνουν, όταν δεν είναι καθαρό ποιος είναι ποιος και τι επιζητά, τα τραγούδια από μόνα τους δεν μπορούν να βάλουν τη διαχωριστική γραμμή.

Kοντά στη δεκαετία του 2000, οι Έλληνες ξετρελάθηκαν με τη «Ρόζα», το καινοτόμο ζεϊμπέκικο χωρίς κουπλέ -ρεφραίν του Θάνου Μικρούτσικου σε στίχους Άλκη Αλκαίου. Ένα τραγούδι αναφοράς στην εμβληματική κομμουνίστρια Ρόζα Λούξεμπουργκ τραγουδήθηκε και χορεύτηκε από τους πάντες, όπως ο ίδιος ο συνθέτης ομολογεί: από μεροκαματιάρηδες και μποέμ ξενύχτηδες, από λαϊκούς αγωνιστές και ασφαλίτες. (Βλ. σχετικά: Οδ. Ιωάννου, Ο Θάνος και ο Μικρούτσικος, εκδ. Πατάκη, 2011).

Το «Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ», σε στίχους Μανώλη Ρασούλη, είναι ένα αμφιλεγόμενο τραγούδι, όχι γιατί ο δημιουργός του δεν ήξερε τι θέλει να πει, αλλά γιατί αυτός που το ακούει δεν ξέρει ακριβώς ποια Ελλάδα εκφράζει και τι θέλει αυτή η Ελλάδα να κάνει. Να φάει τα παιδιά της, να εξοντώσει τους ξένους, ή να εξεγερθεί εναντίον των εξουσιών που την εξανδραποδίζουν;

Ήταν αβάσταχτες για το στομάχι πολλών αριστερών και προοδευτικών ανθρώπων οι εικόνες έξω από το στρατόπεδο του 6ου Συντάγματος Πεζικού στην Κόρινθο την προηγούμενη Παρασκευή 24 Αυγούστου. Χρυσαυγίτες και διακόσιοι περίπου εξαγριωμένοι κάτοικοι για την παρουσία των μεταναστών στην πόλη τους συγκεντρωμένοι υπό τους ήχους αυτού και άλλων τραγουδιών του Ρίτσου και του Λεοντή, του Μαρκόπουλου, με τη φωνή του Νίκου Ξυλούρη.

Η Ναταλία Ρασούλη ακολούθησε την πεπατημένη της απαγόρευσης χρήσης τραγουδιών. Σωστή ενέργεια, όπως και η συγκινητική εκείνη κίνηση της Μυρσίνης Λοΐζου να ζητήσει από το ΠΑΣΟΚ να μην ξαναχρησιμοποιήσει τα τραγούδια του πατέρα της. Αλλά αυτές οι ενέργειες, σε συνθήκες αύξησης της επιρροής των εθνικιστικών και φασιστικών ιδεών, αποκτούν μια γραφικότητα. (Είναι η ίδια γραφικότητα που έχει και ο αποκλεισμός της Β. Παπαχρήστου από τους Ολυμπιακούς Αγώνες.)

Τελικά γιατί, και για την τύχη των τραγουδιών, θα αποφασίσει ο συσχετισμός δύναμης. Η Αριστερά, επειδή δεν έχει κερδίσει τη μάχη στην ψυχή του λαού, κινδυνεύει να χάσει τα τραγούδια της. Η Χρυσή Αυγή, που προσπαθεί να εκφράσει τα συναισθήματα ενός ηττημένου λαού, μπορεί να αντέξει κάθε μουσική υπόκρουση – γιατί από τον εκφασισμένο άνθρωπο λείπει κάθε αισθητική συγκίνηση.

Αν ο λαός σκύψει το κεφάλι, αν αποδεχτεί τη συντριβή του δεν θα μπορεί ν’ ακούει, δεν θα μπορεί να βλέπει. Τι να τα κάνεις τα αυτιά και τα μάτια αν δεν μπορείς να δεις την ομορφιά, αν δεν μπορείς να παλέψεις για το ωραίο και το δίκαιο;

(ΠΡΙΝ, 2 Σεπτεμβρίου 2012)