Ήρωες της κρυμμένης αφήγησης

Λογοτεχνικοί ήρωες που εκπροσωπούν το ταξικό επαναστατικό ρεύμα συνήθως χάνονται από το προσκήνιο της αφήγησης, ή ξεχωρίζουν, σύμφωνα με την κυρίαρχη αστική ανάγνωση, σαν εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Υπάρχει ωστόσο μια δεύτερη ανάγνωση, στη σκιά της πρώτης, που όσο κι αν οι κοινωνικοί συσχετισμοί την αποκρύβουν, προκαλεί αυτούς που γράφουν κι αυτούς που διαβάζουν να την εντοπίσουν.

Την προηγούμενη Κυριακή στην Εργατική Λέσχη Νέας Σμύρνης προβλήθηκε, παρουσία του σκηνοθέτη Λεωνίδα Βαρδαρού, η ταινία Ούλοι εμείς εφέντη (1998). Η ιστορία των οκτώ ανταρτών της Ικαρίας που κατάφεραν να μείνουν ασύλληπτοι μέχρι το 1955 και τελικά να διαφύγουν, έχει περάσει και στη λογοτεχνία. Το μεγάλο προτέρημα της ταινίας είναι ότι δείχνει τους οκτώ όπως ήταν, όχι υπεράνθρωποι επαναστάτες, αλλά σφιχταγκαλιασμένοι με το χώρο και το χρόνο, ένα με το τοπίο του νησιού και τους πολλούς ανώνυμους κατοίκους που τους υποστήριξαν. Ας μιλήσουμε όμως για ήρωες.

Ο Γιάννης Σαλάς (1909-1949), στον οποίο κάνει ειδική μνεία η ταινία του Βαρδαρού για το ρόλο του στο Δημοκρατικό Στρατό Σάμου – Ικαρίας, είναι ο Φάνης της τριλογίας του Στρατή Τσίρκα Ακυβέρνητες πολιτείες, που εξετάζει την περίοδο του αντιφασιστικού αγώνα στη Μέση Ανατολή. Ο Φάνης είναι ο αφανής ήρωας της τριλογίας. Οι κυρίαρχες αναγνώσεις τον εξαφανίζουν μαζί με το λαϊκό παράγοντα, μαζί με το κόμμα, που το παρουσιάζουν κυρίως σαν καταπιεστικό μηχανισμό, εστιάζοντας περισσότερο στα πάθη και στις αδυναμίες του κεντρικού πρωταγωνιστή, του διανοούμενου Μάνου Σιμωνίδη. Δεν μπορούν να απαντήσουν πώς ένας ήρωας, καλλιεργημένος, όμορφος, μπορεί να πεθάνει μαχόμενος δίπλα σε έναν εργάτη με ταλαιπωρημένη εμφάνιση και κλονισμένη υγεία. Δεν μπορούν να ξεπεράσουν τον εστετισμό, στην αντίληψή τους για τον κόσμο.

Η στάση που κρατούν οι λογοτέχνες μας απέναντι στο θέμα της οργάνωσης, απέναντι στο πρόβλημα της κομματικότητας, συνδέεται με το αισθητικό ζήτημα. Ο Τσίρκας είναι μεγάλος συγγραφέας γιατί κατανοεί το πρόβλημα. Γιατί συγκεντρώνει μεθοδικά το υλικό του και φωτίζει όλες τις πλευρές, όλη την ταξική και πολιτιστική αντιπαράθεση που διεξάγεται εντός της υπόθεσης, μέσα στο  κίνημα και στην πρωτοπορία του. Ο Άρης Μαραγκόπουλος, στο νέο μυθιστόρημά του Το χαστουκόδεντρο, δεν ασχολείται τόσο με το πρόβλημα, ωστόσο δίνει χώρο σε διαφορετικές φωνές της τάξης των κομμουνιστών. Ο κεντρικός του ήρωας, ο Τόνι (Αντώνης Αμπατιέλος) είναι ένας κατ’ εξοχήν άνθρωπος του κόμματος και κάπως μονοκόμματος. Σε αντίθεση με την Μπέτι, τη γυναίκα του, που έχει έναν αέρα ανεξαρτησίας και έντονης ατομικότητας. Σε αντίθεση επίσης με τις ποιητικές εξάρσεις των αιρετικών συντρόφων που βρίσκουν στην ποίηση του Μιχάλη Κατσαρού τις φλογισμένες απαντήσεις που τους λείπουν.

Σε αντίθεση, τέλος, με την πολιτική στάση που προτείνει κάποιος Αντώνης Μπόγας, που συναντά τον Τόνι στο Παρίσι το φθινόπωρο του 1968. Μαθαίνουμε γι’ αυτόν ότι ήταν στην Ικαρία αντάρτης ως το 1955, αλλά τώρα έχει απομακρυνθεί από το κόμμα. (Εδώ ο Μαραγκόπουλος γράφει τη δική του εκδοχή πάνω στην ιστορία του Αντώνη Καλαμπόγια). Η φωνή του Μπόγα διαφέρει αισθητά και από αυτή του σταθερά προσηλωμένου στην καθοδήγηση συντρόφου του, αλλά και από εκείνη των αναθεωρητών. Επιχειρεί να δώσει μια επαναστατική απάντηση στρατηγικών προδιαγραφών στο πρόβλημα της τακτικής του κινήματος, όπως αναδείχθηκε στο γαλλικό Μάη και στα δικά μας Ιουλιανά, και οι κομματικοί συνομιλητές του παραδέχονται ότι μιλάει μια γλώσσα που δεν είναι οπορτουνιστική, που κάτι άλλο πάει να πει.

Ο Σαλάς, ο Καλαμπόγιας και οι λογοτεχνικές τους μορφές, μαζί και η τάξη τους, αδικούνται από την  κυρίαρχη αστική αφήγηση που θέλει τους αγωνιστές να σκοτώνονται μάταια, να σπαταλούν τη ζωή τους σε φυλακές, εξορίες, ή σε αγώνες χωρίς αντίκρισμα. ( Ή τους υμνεί σαν ωραίους εξεγερμένους, αν έχουν εγκαταλείψει την οργανωμένη πάλη.) Στη δεύτερη αφήγηση, που κινείται στη σκιά της πρώτης, οι πρωτοπόροι αγωνιστές της εργατικής τάξης μορφώνονται και οργανώνονται, διαβάζουν τους κλασικούς και την ιστορία των λαϊκών αγώνων, ξαναδιαβάζουν από χίλιες γωνίες τον Κατσαρό, τον Ρίτσο, τον Σεφέρη, τον Τσίρκα, γνωρίζοντας ότι το παρελθόν μεταβάλλεται διαρκώς, αναγνωρίζοντας τη δική τους ευθύνη για το ποια ανάγνωση θα επικρατήσει.

(ΠΡΙΝ 20 Ιανουαρίου 2013)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s