«Υπάρχει φασιστικό ρεύμα στην ελληνική κοινωνία;» Μια πρώτη ερευνητική προσέγγιση. 2014

Δεν είναι μόνο τα ποσοστά που έλαβε στις εθνικές εκλογές του 2012 η Χρυσή Αυγή. Είναι τα μηνύματα που έρχονται από όλη την Ευρώπη, με τελευταίο τρανταχτό παράδειγμα την Ουκρανία. Φαίνεται πως υπάρχει κάτι πιο βαθύ, που πρέπει να διερευνηθεί, γύρω από την άνοδο του εθνικισμού και της ακροδεξιάς. Πολιτικά επιτελεία δρουν, οικονομικά κέντρα κινούνται, αλλά τι γίνεται μέσα στην κοινωνία; Υπάρχει φασιστικό ρεύμα σήμερα στην ελληνική κοινωνία; Η έρευνα που παρουσιάζουμε σήμερα μέσα από την ιστοσελίδα του UNFOLLOW δίνει μια ένδειξη ότι υπάρχει και μάλιστα υπερβαίνει την πολιτική απήχηση της Χρυσής Αυγής. Πρόθεσή μας, να ανοίξουμε τη συζήτηση με όσο το δυνατόν πιο σοβαρό και τεκμηριωμένο τρόπο.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από την εταιρεία VPRC τον Ιούλιο του 2013, πριν τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα και ένα χρόνο μετά τις τελευταίες εθνικές εκλογές. Πρόκειται για ποσοτική έρευνα με χρήση δομημένου ερωτηματολογίου και με τη μέθοδο των τηλεφωνικών συνεντεύξεων σε πανελλαδικό αντιπροσωπευτικό δείγμα 1.000 ατόμων. Η εταιρεία VPRC, ανάμεσα σε άλλα ερωτήματα για την κοινωνική και πολιτική κατάσταση, κατέγραψε μια πρώτη ένδειξη για την απήχηση των φασιστικών ιδεών. Με τη βοήθεια του ειδικού αναλυτή στατιστικών δεδομένων Νίκου Λέκκα, παλιού συνεργάτη της εταιρείας, μελετήσαμε προσεκτικά τα στοιχεία και καταλήξαμε σε ορισμένες υποθέσεις εργασίας.

«Η κάθε έρευνα που βασίζεται σε ερωτηματολόγιο και δειγματοληπτικό έλεγχο πρέπει να προσεγγίζεται επιφυλακτικά ως προς τη γενίκευση των αποτελεσμάτων» υπογραμμίζει ο Λέκκας. «Τα αποτελέσματα επηρεάζονται σε σημαντικό βαθμό από την τρέχουσα πολιτική συγκυρία, καθώς και από το χρονικό σημείο που γίνεται η έρευνα. Ακόμα περισσότερο όταν, η έννοια του φασισμού είναι ένα ευαίσθητο πεδίο, που μπορεί να οδηγήσει σε απαντήσεις κοινωνικά αποδεκτές. Πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο άγνωστος αριθμός ερωτηθέντων θέλοντας να είναι αρεστοί στο άτομο που τους κάνει τη συνέντευξη, να δίνουν απαντήσεις που γνωρίζουν ότι έχει δώσει και η πλειονότητα».

Ας έχει κατά νου ο αναγνώστης ότι τα αποτελέσματα της ανάλυσης, που παρουσιάζουμε σήμερα εδώ, δίνουν μία ένδειξη για την έκταση του φασιστικού ρεύματος στην ελληνική κοινωνία. Ασφαλώς, για να επαληθευτούν, στο σύνολό τους, αυτές οι υποθέσεις εργασίας, χρειάζεται περαιτέρω και σε βάθος διερεύνηση του φαινομένου και χρήση ποιοτικών και ποσοτικών ερευνητικών εργαλείων.

Επεξεργαστήκαμε τις απαντήσεις που δόθηκαν σε δύο από τα ερωτήματα της έρευνας. Τα ερωτήματα τέθηκαν ως εξής:

  1. Υπάρχουν κάποιοι που πιστεύουν ότι ο ναζισμός – φασισμός στην προπολεμική Ευρώπη είχε και αρκετά θετικά στοιχεία. Εσείς προσωπικά συμφωνείτε με την άποψη αυτή;

  2. Αν κατάφερνε ένα ναζιστικό – φασιστικό κόμμα να αναλάβει τη διακυβέρνηση μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, θα ήταν μια εξέλιξη θετική, μάλλον θετική, μάλλον αρνητική ή αρνητική;

Στο πρώτο ερώτημα το 10.6% απάντησε ότι ο ναζισμός-φασισμός στην προπολεμική Ευρώπη είχε και αρκετά θετικά στοιχεία.

Στο δεύτερο ερώτημα το 10.2% αντιμετωπίζει θετικά ή μάλλον θετικά το ενδεχόμενο ένα ναζιστικό-φασιστικό κόμμα να αναλάβει τη διακυβέρνηση μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες.

Στο δεύτερο ερώτημα, η προσθήκη της φράσης «μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες» μάλλον μετριάζει την ισχύ του ερωτήματος, αλλά αυτό έγινε σκόπιμα για να διευκολυνθούν αυτοί που δεν ενοχλούνται από το πρώτο σκέλος του ερωτήματος.

Παρότι το ποσοστό που δίνει θετική απάντηση στα δύο ερωτήματα είναι σχεδόν το ίδιο, αυτό δεν σημαίνει ότι πρόκειται για τους ίδιους ερωτώμενους.

Επιλέξαμε, όμως, να αθροίσουμε αυτούς που απάντησαν θετικά είτε στη μία είτε στην άλλη ερώτηση, για να έχουμε μια ένδειξη ως προς τις ανώτατες τιμές της θετικής ή μάλλον θετικής προς το φασισμό τοποθέτησης. Προέκυψε λοιπόν ο παρακάτω πίνακας:

 ΠΙΝΑΚΑΣ 1: Τάση προς το φασισμό

 

%

A: Δεν έχουν τάση προς το φασισμό

82.01

Β: Έχουν τάση προς το φασισμό

17.99

 

 

Δεν ονομάζουμε συνειδητούς ή πιθανούς φασίστες αυτούς που απάντησαν θετικά στα παραπάνω ερωτήματα, γιατί δεν θέλουμε να κατασκευάσουμε έναν απόλυτο διαχωρισμό των πολιτικών ταυτοτήτων με βάση ποσοτικές μετρήσεις. Θέλουμε να τονίσουμε τις διαβαθμίσεις που υπάρχουν μέσα σε ένα ακροατήριο, που δεν αποτελεί συγκροτημένη ομάδα φασιστών αλλά μια δεξαμενή ποικίλων συντηρητικών και αντιδραστικών ιδεολογικών και πολιτικών παραδοχών.

Αντιμετωπίζουμε, επίσης, εξαιρετικά επιφυλακτικά τα ευρήματα μιας ποσοτικής έρευνας. Αναζητάμε σε αυτά μια ένδειξη για τη διείσδυση των φασιστικών ιδεών στην ελληνική κοινωνία. Για αυτό το λόγο, επιλέξαμε τη διατύπωση «έχουν τάση προς το φασισμό». Για να εξαχθούν βαθύτερα συμπεράσματα, χρειάζεται μια σειρά ποιοτικών ερευνών. Ωστόσο, τολμάμε να διατυπώσουμε μια πρώτη υπόθεση εργασίας, με βάση και τις αποκλίσεις στατιστικού λάθους που σημειώνονται σε έρευνες με αναλόγου μεγέθους δείγμα.

Υπόθεση πρώτη: Υπάρχει στην κοινωνία ένα ρεύμα που υποδέχεται θετικά ή μάλλον θετικά τις ιδέες του φασισμού και η απήχησή του μπορεί να κυμαίνεται από 15% έως 20%.

Αυτό το ποσοστό είναι συμβατό με τα ευρήματα παλιότερων ερευνών δύο τουλάχιστον εταιρειών (της VPRC και της Public Issue) οι οποίες μετρούσαν τη δημοφιλία των πολιτικών αρχηγών και έδιναν ως ανώτατες τιμές της θετικής γνώμης για τον αρχηγό της Χρυσής Αυγής Ν. Μιχαλολιάκο ένα ποσοστό 18-20%. Περισσότερα για τη σχέση αυτής της υποθετικής κοινωνικής κατηγορίας που ονομάζουμε φασιστικό ρεύμα με τα πολιτικά κόμματα θα αναφερθούν παρακάτω.

Στη συνέχεια εστιάσαμε την προσοχή μας στα δημογραφικά στοιχεία όσων «έχουν τάση προς το φασισμό». Στους παρακάτω πίνακες δεν στεκόμαστε στο ποσοστό παρά μόνο όταν παρουσιάζει σημαντική διαφορά η στήλη Α από τη στήλη Β. Για παράδειγμα, στον πίνακα της ηλικίας, βλέπουμε ότι η στήλη Β έχει μεγαλύτερα ποσοστά από την Α στις ηλικίες 18-44 ετών. Αυτό μας δίνει μία ένδειξη ότι σε αυτές τις ηλικίες είναι πιο ενισχυμένη η κατηγορία Β («Έχουν τάση προς το φασισμό»).

Υψηλότερα ποσοστά στη συγκεκριμένη υποθετική κατηγορία δίνει το παρακάτω δημογραφικό προφίλ: Άνδρες, 35-44, απόφοιτοι Γυμνασίου/Λυκείου, αυτοαπασχολούμενοι, επαγγελματίες-βιοτέχνες, άνεργοι που έχουν ξαναδουλέψει.

ΠΙΝΑΚΑΣ 2: Ηλικία, Κατανομή σε ποσοστά

 

A: Δεν έχουν τάση προς το φασισμό

Β: Έχουν τάση

προς το φασισμό

18-24 ετών

2.61%

5.56%

25-34 ετών

7.48%

9.52%

35-44 ετών

16.35%

22.22%

45-54 ετών

22.96%

17.46%

55-64 ετών

26.61%

25.40%

65 ετών και άνω

24%

19.84%

Οι στατιστικοί έλεγχοι φανερώνουν ότι μπορούν να γίνουν γενικεύσεις σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια ότι άτομα που έχουν τάση προς το φασισμό είναι ηλικίας 18-44 ετών, με μεγαλύτερη διαφοροποίηση στα στατιστικά κριτήρια να δείχνει η ηλικιακή κατηγορία 35-44 ετών.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 3: Εκπαίδευση, Κατανομή σε ποσοστά

A: Δεν έχουν τάση προς το φασισμό

Β: Έχουν τάση προς το φασισμό

Έχουν πάρει απολυτήριο Δημοτικού

20.03%

18,12%

Έχουν τελειώσει 1η ή 2α Γυμνασίου

3.11%

3.15%

Έχουν πάρει απολυτήριο τριτάξιου Γυμνασίου

5.35%

8.66%

Έχουν πτυχίο ΤΕΣ, χωρίς απολυτήριο Λυκείου

2.59%

3.94%

Έχουν τελειώσει 1η ή 2α Λυκείου/4η ή 5η εξαταξίου Γυμνασίου

4.15%

5.51%

Έχουν απολυτήριο ΤΕΛ

1.90%

2.36%

Έχουν απολυτήριο Λυκείου (Γενικού, Ενιαίου) / εξατάξιου Γυμνασίου

20.90%

23.62%

Έχουν πτυχίο Μεταδευτεροβάθμιας/Μέσης Ιδιωτικής Τεχνικής Σχολής

6.74%

4.72%

Έχουν πτυχίο ΤΕΙ/ΚΑΤΕ/ΚΑΤΕΕ

7.77%

9.45%

Έχουν πτυχίο ΑΕΙ

24.01%

18.90%

Έχουν μεταπτυχιακό τίτλο

3.28%

1.57%

ΔΓ / ΔΑ

0,17%

0,00%

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 4: Επάγγελμα, Κατανομή σε ποσοστά

 

A: Δεν έχουν τάση προς το φασισμό

Β: Έχουν τάση προς το φασισμό

Εργοδότης/Επιχειρηματίας

1.38%

1.57%

Αυτοαπασχολούμενος/ Αγρότης, κτηνοτρόφος, ψαράς

1.73%

1.57%

Αυτοαπασχολούμενος/ Ελεύθερος επαγγελματίας

7.77%

7.87%

Αυτοαπασχολούμενος/ Επαγγελματίας, βιοτέχνης

5.18%

7.09%

Υψηλόβαθμο Στέλεχος/Διευθυντής – Δημοσίου Τομέα

0.69%

0.79%

Μεσαίο Στέλεχος (Τμηματάρχης-Προϊστάμενος) – Δημοσίου Τομέα

3.63%

0.79%

Κατώτερο Προσωπικό (Υπάλληλος γραφείου) – Δημοσίου Τομέα

1.38%

2.36%

Ειδικευμένος εργάτης – Δημοσίου Τομέα

0.69%

0.79%

Ανειδίκευτος εργάτης/Κλητήρας/Καθαριστής-ρια – Δημοσίου Τομέα

0.35%

0.00%

Άλλο – Δημοσίου Τομέα

3.11%

2.36%

Υψηλόβαθμο Στέλεχος/Διευθυντής – Ιδιωτικού Τομέα

1.55%

0.00%

Μεσαίο Στέλεχος/Πωλητής – Ιδιωτικού Τομέα

4.15%

3.94%

Κατώτερο Προσωπικό (Υπάλληλος γραφείου) – Ιδιωτικού Τομέα

3.28%

2.36%

Ειδικευμένος εργάτης/Επόπτης – Ιδιωτικού Τομέα

1.04%

1.57%

Ανειδίκευτος εργάτης/Κλητήρας/Καθαριστής-ρια – Ιδιωτικού Τομέα

0.17%

0.79%

Εργαζόμενος part-time (delivery,courier,call center)/ελαστικής απασχόλησης – Ιδιωτικού Τομέα

0.35%

0.00%

Άλλο – Ιδιωτικού Τομέα

2.25%

0.79%

Άνεργος/δεν έχει ξαναδουλέψει

0.69%

3.15%

Άνεργος/έχει ξαναδουλέψει

13.13%

19.69%

Νοικοκυρά

12.09%

8.66%

Συνταξιούχος Δημοσίου Τομέα

9.50%

10.24%

Συνταξιούχος Ιδιωτικού Τομέα

24.01%

20.47%

Μαθητής/Σπουδαστής/Φοιτητής/Φαντάρος

1.90%

3.15%

Εισοδηματίας

0.00%

0.0%

Στον επόμενο πίνακα παρουσιάζεται η εκλογική συμπεριφορά που επέδειξαν οι δύο υποθετικές κατηγορίες στις εθνικές εκλογές του Ιουνίου του 2012. Τα ευρήματα εδώ είναι πολύ ενδιαφέροντα και επαληθεύουν την εγκυρότητα της διάκρισης των κατηγοριών, δίνουν μια ένδειξη της ορθής επιλογής των ερωτήσεων και της κατηγοριοποίησης που έχουμε κάνει.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 5: Προηγούμενη Ψήφος (Ιούνιος 2012), Κατανομή σε ποσοστά

 

A: Δεν έχουν τάση προς το φασισμό

Β: Έχουν τάση προς το φασισμό

ΝΔ

18.10%

21.30%

ΣΥΡΙΖΑ

14.30%

7.90%

ΠΑΣΟΚ

9.30%

3.90%

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

1.90%

3.20%

ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ

1.90%

14.20%

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

3.80%

3.15%

ΚΚΕ

5.00%

0.10%

ΔΡΑΣΗ – ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΞΑΝΑ

1.20%

0.80%

ΛΑΟΣ

0.70%

1.60%

Άλλο κόμμα

2.90%

1.55%

Δεν ψήφισαν

14.70%

9.45%

Λ/Α

8.90%

13.15%

ΔΓ/ΔΑ

17.30%

19.70%

Σύμφωνα με την υποθετική κατηγορία που ελέγχουμε στη στήλη Β, αυτοί που έχουν τάση προς το φασισμό, ή είναι ανοιχτοί στη φασιστική ιδεολογία, δήλωσαν ότι ψήφισαν στις εθνικές εκλογές του Ιουνίου 2012 Νέα Δημοκρατία (21,3%) και Χρυσή Αυγή (14,2%), ενώ ένα σημαντικό ποσοστό τους δηλώνει ότι δεν ψήφισε (9,5%) ή έριξε άκυρο/λευκό (13,2%).  Από τον παραπάνω πίνακα παίρνουμε μία ένδειξη για την εγκυρότητα της κατηγοριοποίησης που έχουμε κάνει. Είναι ολοφάνερη η απόκλιση των ποσοστών της Χρυσής Αυγής στις δύο κατηγορίες. Στην πρώτη είναι σχεδόν ανύπαρκτη εκλογικά, και στη δεύτερη κατηγορία βρίσκεται στη δεύτερη θέση. Το ίδιο παρατηρούμε από την ανάποδη και στο ποσοστό του ΚΚΕ, που παίρνει μηδέν στην κατηγορία Β («Έχουν τάση προς το φασισμό»)  και αντλεί το πανελλαδικό του ποσοστό στις εκλογές του Ιουνίου 2012 στην κατηγορία Α.

Για τη Νέα Δημοκρατία έχει μεγάλο ενδιαφέρον ο παραπάνω πίνακας  καθώς δείχνει ότι έχει ψηφοφόρους και στις δύο κατηγορίες, με τη στήλη Β να δίνει ένα μεγαλύτερο ποσοστό.

Προσοχή: Σε απόλυτους αριθμούς οι ψηφοφόροι της στήλης Α είναι πολύ περισσότεροι. Δηλαδή, είναι λάθος να διαβάσει κανείς ότι οι ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας είναι σχεδόν μοιρασμένοι στις δύο κατηγορίες.

Το μέγεθος του δείγματος είναι χαμηλό για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα στα κόμματα που έχουν κάτω από 4% στη μία ή στην άλλη στήλη. Βλέπουμε, όμως, και εδώ σαν τάσεις την ενίσχυση του ποσοστού των ΑΝΕΛ και του ΛΑΟΣ στη στήλη Β («Έχουν τάση προς το φασισμό») αλλά και την αντίστροφη τάση του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ, για τον οποίο υπάρχει, ωστόσο, μια ένδειξη στη στήλη Β («Έχουν τάση προς το φασισμό»), όπου καταγράφει ένα ποσοστό της τάξης του 7% – ένδειξη της πολυσυλλεκτικότητας του κόμματος ως αντιμνημονιακού, χωρίς υψηλή ιδεολογική συνοχή. Ισχύει και εδώ αυτό που αναφέραμε προηγουμένως για τη Νέα Δημοκρατία. Εν προκειμένω το 7% του 18% είναι ένα χαμηλό δειγματοληπτικά ποσοστό, που ωστόσο δίνει μία ένδειξη για αυτό που αναφέραμε – τη χαμηλή ιδεολογική συνοχή των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς η εναντίωση στο μνημόνιο δεν αποτελεί ιδεολογική τοποθέτηση.

Χαρακτηριστικά προτείνουμε να διαβαστεί και ο επόμενος πίνακας με τον ίδιο τρόπο. Προσέχοντας δηλαδή τη διαφορά στο ποσοστό του κάθε κόμματος μεταξύ της στήλης Α και της στήλης Β.

 ΠΙΝΑΚΑΣ 6: Κόμμα το οποίο ανταποκρίνεται περισσότερο στις δικές τους ελπίδες / προσδοκίες, Κατανομή σε ποσοστά

 

A: Δεν έχουν τάση

προς το φασισμό

Β: Έχουν τάση προς το φασισμό

Σύνολο δείγματος

ΝΔ

11.6%

15.7%

12.3%

ΣΥΡΙΖΑ

10.7%

7.9%

10.2%

ΠΑΣΟΚ

2.6%

0.8%

2.3%

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

1.6%

3.9%

2.0%

ΚΚΕ

4.0%

0.8%

3.4%

ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ

1.9%

13.4%

4.0%

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

1.6%

0.8%

1.4%

Άλλο κόμμα

1.7%

2.4%

1.8%

Κανένα

58.7%

47.2%

56.7%

Όλα

0.7%

1.6%

0.8%

ΔΓ/ΔΑ

5.0%

5.5%

5.1%

 

Βλέπουμε και σε αυτό τον πίνακα να επαναλαμβάνεται η εικόνα που σχηματίζεται στη δήλωση της προηγούμενης ψήφου με τη ΝΔ, τους ΑΝΕΛ και τη Χρυσή Αυγή να σημειώνουν καλύτερες ποσοστιαίες επιδόσεις στους ερωτώμενους της κατηγορίας Β («Έχουν τάση προς το φασισμό»). Έτσι στην κατηγορία αυτή το 15,7% δηλώνει ότι η ΝΔ ανταποκρίνεται καλύτερα στις προσδοκίες του. Ενώ το 13,4% έχει ελπίδες και προσδοκίες από τη Χρυσή Αυγή. Και στην κατηγορία αυτή η πιο δημοφιλής απάντηση παραμένει «Κανένα κόμμα» (47,2%). Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη τιμή βρίσκεται 10 μονάδες πιο χαμηλά σε σχέση με την κατηγορία Α («Δεν έχουν τάση προς το φασισμό»).  Για τη Χρυσή Αυγή πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν ανταποκρίνεται σχεδόν καθόλου στις προσδοκίες πολιτών που έχουν απόσταση από τις φασιστικές ιδέες. Ενώ η ΝΔ ανταποκρίνεται στις προσδοκίες και των δύο κατηγοριών, με σαφώς ενισχυμένο ποσοστό στην κατηγορία εκείνων που έχουν τάση προς το φασισμό.

Χρειάζεται να επαναλάβουμε ότι σε απόλυτους αριθμούς οι ψηφοφόροι της στήλης Α είναι πολύ περισσότεροι. Δηλαδή, είναι λάθος να διαβάσει κανείς ότι οι ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας κλίνουν περισσότερο υπέρ των φασιστικών ιδεών. Ωστόσο από τους πίνακες 5 και 6 οδηγούμαστε στη δεύτερη βασική υπόθεση που αξίζει να καταγραφεί.

Υπόθεση δεύτερη: Οι πολίτες που έχουν τάση προς το φασισμό πολιτικά εκφράζονται κατά κύριο λόγο από το κόμμα της ΝΔ και από τη Χρυσή Αυγή. 

Κλείνοντας, θέλουμε να τονίσουμε ακόμα μια φορά, ότι τα παραπάνω ευρήματα δεν μπορούν να δώσουν γενικευμένα συμπεράσματα παρά μόνο ενδείξεις. Ο πρώτος λόγος που επιλέξαμε να τα παρουσιάσουμε είναι γιατί πιστεύουμε ότι δεν έχει ερευνηθεί το φαινόμενο της ανόδου της ακροδεξιάς και του φασισμού στις αναγκαίες διαστάσεις. Και δεύτερον, πιστεύουμε ότι το εργαλείο της έρευνας πρέπει να αξιοποιηθεί, όχι μόνο από τα κόμματα και τα μέσα ενημέρωσης, όχι μόνο από ιδιωτική πρωτοβουλία δηλαδή, αλλά από έναν σύγχρονο ενισχυμένο δημόσιο φορέα κοινωνικής και πολιτικής έρευνας, στον οποίο θα έχουν πρόσβαση με επιστημονικό και πολιτικό δυναμικό όλα τα πολιτικά κόμματα.

Πρωτογενές υλικό: VPRC

Ανάλυση: Ν. Λέκκας

Κείμενο, σχολιασμός: Π. Φραντζής

Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του περιοδικού UNFOLLOW τον Μάρτιο του 2014

_

Γεωργία Μαυραγάνη: «Θέλω να κάνω παραστάσεις που δημιουργούν συγκρούσεις»

Η Γεωργία Μαυραγάνη μιλάει στο ΠΡΙΝ για εκείνους που δεν συνηθίζουν να πηγαίνουν στο θέατρο, για τη μέθοδο που ακολουθεί, για την εμπειρία της από τις πρόσφατες δουλειές της και για τη νέα παράσταση που ετοιμάζει με θέμα το γήρας. Η παράσταση ανεβαίνει στις 28 Νοεμβρίου στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού.

mavragani_mavili.jpg

Όταν κάνεις μία παράσταση έχεις στο μυαλό σου ποιο κοινό θες να τη δει;

Έχω στο μυαλό μου αυτό που μου αρέσει εμένα, αυτό έρχεται πρώτο. Δεν έχω στο μυαλό μου το κοινό, αλλά δεν θέλω να απευθύνεται μόνο σε ανθρώπους που συνηθίζουν να πηγαίνουν στα φεστιβάλ ή βλέπουν θέατρο από συνήθεια. Δεν θα κάνω τα κόλπα που συνήθως αρέσουν σε αυτό το κοινό. Θέλω να κάνω παραστάσεις που δημιουργούν συγκρούσεις. Το θέμα είναι να σε χτυπήσει η παράσταση, κάτι να σου συμβεί. Δηλαδή να ταρακουνηθείς και διανοητικά και συναισθηματικά – και τα δύο. Μέσα από την παράσταση, θέλω κάτι να ανακαλύψω για τη ζωή. Θέλω να συναντήσω μια αλήθεια. Αυτό είναι το ζητούμενό μου.

Θεωρείς ότι έχεις καταφέρει να φέρεις στο θέατρο αυτό το κοινό, που δεν πηγαίνει στο θέατρο;

Ναι, κυρίως με τη δουλειά που έκανα στα καπνά (σ.σ. η παράσταση «Από πρώτο χέρι») – αλλά και με το εφηβικό που έκανα στη Στέγη (σ.σ. η παράσταση «Όχι αθώος πια»). Και με τα καπνά εννοείται ότι ήρθε κόσμος που δεν είχε πάει ποτέ θέατρο. Την ημέρα της πρεμιέρας στο Αγρίνιο είχα φοβηθεί πάρα πολύ. Είχα φοβηθεί γιατί σκεφτόμουν πως εδώ δεν παίζω, μιλάω για τη ζωή τους. Ξεκινούσαμε με τη σκηνή στο χωράφι που τρώνε την ντομάτα στο διάλειμμα από τη δουλειά… κι ακούγονταν αναστεναγμοί από τις γιαγιάδες οι οποίες ξέρανε ακριβώς τι είναι αυτό που βλέπουν. Όχι μόνο συγκινήθηκαν… μιλούσαν μέσα στην παράσταση! Λέγανε «Ναι, έτσι είναι!», «Όχι», «Αυτό!».

Πόσο καιρό παίξατε στο Αγρίνιο;

Ένα μήνα πριν έρθει στην Αθήνα στο BIOS και μετά ξαναπαίχτηκε άλλον ένα μήνα στο Αγρίνιο. Και ξανά φέτος μέσω του Δήμου το ανεβάσαμε μπροστά από τις παλιές καπναποθήκες του Παπαπέτρου και δεν μπορώ να σου πω τι συνέβη. Είχαμε 500 άτομα κάτω… Κλαίγανε, συγκινηθήκανε, γελάγαν, συμπληρώνανε τα λόγια… Το πρώτο μέρος της παράστασης είναι η περιγραφή των εμπειριών που έχουν οι εργάτριες που δούλευαν στα χλωρά, κι ο τονισμός των ηθοποιών στο Αγρίνιο ήταν διαφορετικός, είναι σαν να μιλάς στο φίλο σου, τον κοίταγες και του έλεγες «Έτσι δεν είναι;» γιατί από τις μαρτυρίες αυτών των ανθρώπων είχε φτιαχτεί η παράσταση. Είμαι ευτυχισμένη, είμαι πολύ χαρούμενη με αυτό που συνέβη με τα καπνά. Ήταν το θέμα συγκεκριμένο και βοήθησε αυτό. Όταν μιλάς για τη δουλειά, ο άλλος εμπλέκεται πάρα πολύ, και σου μιλάει για όλη του τη ζωή. Η κουβέντα πήγαινε από μόνη της στα μεγάλα θέματα, στα ερωτήματα, στην πολιτική.

Θα μας πεις για την καταγωγή της μεθόδου που χρησιμοποιείς; Την έρευνα, τις συνεντεύξεις…

Δούλεψα πολύ ως βοηθός του Μιχαήλ Μαρμαρινού. Μια παράσταση εικοσαετίας, ο «Εθνικός Υμνος», άλλαξε πολύ τα δεδομένα στο ελληνικό θέατρο. Ήταν μια παράσταση που δομήθηκε από τον Μιχαήλ πάνω σε συνεντεύξεις που είχε πάρει από πάρα πολλούς ανθρώπους, κι εκεί έμαθα τη μέθοδο της συνέντευξης. Μέχρι τα καπνά χρησιμοποιούσα περιφραστικά το υλικό. Όμως εκεί η ίδια η φωνή, ο ίδιος ο τρόπος που περιγράφανε τα πράγματα μού έδειξε ότι είναι αδύνατο να αναπαρασταθεί από τους ηθοποιούς κι άρχισα να χρησιμοποιώ και το ηχητικό ντοκουμέντο. Αυτή είναι η διαφορά, το ένα βήμα παραπέρα που πήγα αυτή τη μέθοδο των συνεντεύξεων.

Εγώ δεν φοβάμαι καθόλου τη λαϊκότητα. Το λαϊκό στοιχείο. Δεν με πειράζει να χρησιμοποιήσω την ντοπιολαλιά. Στο Αγρίνιο ήταν πολύ έντονο, εννοείται. Δεν φοβάμαι ακόμα να χρησιμοποιήσω λάθη στη σύνταξη, στην εκφορά του λόγου. Μ’ αρέσει ο προφορικός λόγος, όπως το είπε. Μια ποίηση που χάνεται πολλές φορές. Υπάρχει μέσα στον καθημερινό λόγο. Μου αρέσει όταν το θέατρο φωτίζει το λόγο των ανθρώπων, όλων των ανθρώπων κι όχι μόνο των ποιητών, των διανοούμενων. Ένας πολύ απλός άνθρωπος μου είπε για τα γηρατειά «Είναι σαν να έχει ανοίξει μια σχισμή». Φοβερή ατάκα. Αυτό θεωρώ λαϊκό θέατρο, ότι είναι σαν μια μηχανή που έχει τη δύναμη να φωτίσει τον καθημερινό λόγο, πράγματα που χάνονται μέσα στην καθημερινή ζωή που είναι τέχνη, είναι σπουδαία.

Ποια γεγονότα σε σημάδεψαν, τα τελευταία χρόνια;

Είναι μια σειρά από πράγματα, μέχρι το ξαφνικό σταμάτημα των μεγάλων πορειών που γινόντουσαν μέχρι και τη Μαρφίν… είχα ενθουσιαστεί με αυτό. Ήταν πολύ έντονο, αρκετά πιο πριν υπήρχε και μια μεγάλη απεργία των εκπαιδευτικών που είχαμε αισθανθεί πολύ δυνατά ότι κάτι συμβαίνει, και μετά όταν ο κόσμος άρχισε να κατεβαίνει και δεν εννοώ τόσο τους «Αγανακτισμένους». Το ίδιο αίσθημα είχα και με το δημοψήφισμα ότι ο κόσμος έβγαινε έξω, ενώ συνέβαινε όλη αυτή η τρομοκρατία, ο κόσμος δεν φοβόταν. Υπήρχε η αίσθηση ότι επιτέλους η ζωή μας θα αποκτήσει νόημα. Το τι έγινε μετά δεν θέλω να το περιγράψω. Εγώ πιστεύω ειλικρινά ότι αν πήγαιναν τα πράγματα «στα άκρα», η λαϊκή οργάνωση θα ήταν άμεση, ο κόσμος ήταν έτοιμος να θυσιάσει χώρο, χρόνο, τα πάντα, προκειμένου να αποκτήσει η ζωή του νόημα.

Τι δεν σου άρεσε στις πλατείες το 2011;

Κάτι δεν πήγαινε καλά εκεί πέρα. Δεν ξέρω γιατί. Σαν να υπήρχε μια προσπάθεια ποιος θα το καρπωθεί. Υπήρχε ακόμα μια μεγάλη διαμάχη με το ατομικό και το συλλογικό. Δεν αισθανόμουν ότι υπάρχει πραγματικό μοίρασμα ιδεών.

Ποιες ήταν οι αιτίες που οδήγησαν στη δημιουργία της Κίνησης Μαβίλη;

Ήταν η χρονιά που είχαν αργήσει να δοθούν οι επιχορηγήσεις, είχαν ανακοινωθεί οι τελευταίες οι οποίες ήταν μία από τα ίδια. Όλοι εμείς αισθανόμασταν στην απέξω όχι τόσο επειδή δεν παίρνουμε χρήματα, αλλά αισθανόμαστε ότι το θέατρο πηγαίνει αλλού κι ότι κάτι πρέπει να κάνουμε, να δούμε αν μπορούμε να βρούμε ένα δικό μας χώρο κατ’ αρχήν. Έτυχε τότε και η φάση με τις επιχορηγήσεις. Πρώτα μαζευτήκαμε για το τι θα κάνουμε μεταξύ μας και μετά ξεκινήσαμε τις ανακοινώσεις, κάναμε μια ημερίδα στο BIOS και μετά οδηγηθήκαμε στην κατάληψη στο Εμπρός. Ούτε κι εμείς περιμέναμε πως θα την κάνουμε. Το πρώτο δείγμα που δώσαμε νομίζω ότι ήταν πολύ σημαντικό και πολύ ωραίο. Είχε φοβερή ανταπόκριση. Ήταν αυτό που κάπως ονειρευόμασταν. Να μπορεί να υπάρχει ένας χώρος όπου μπορείς να δείξεις μια μικρή σου ιδέα, να ανταλλάξεις απόψεις με θεατές και καλλιτέχνες και όλο αυτό ήταν δημιουργικό, σε βοηθάει να προχωρήσεις στο έργο σου. Και ήταν φοβερή η ανταπόκριση του κοινού, με έναν τρόπο δημιουργήθηκε και ένα κοινό μέσα σε αυτό. Υπήρχε μία δράση που λεγόταν «αρχές πρόβας» όπου έμπαινες στη διαδικασία να εξηγήσεις τον τρόπο που δουλεύεις. Κι έτσι συνειδητοποιούσες κι εσύ τι έκανες. Πολύ ωραία πράγματα, πάρα πολύ δημιουργικά. Μετά άρχισαν να μπαίνουν και άλλες συλλογικότητες και άλλοι άνθρωποι, κάπως μπερδεύτηκε. Θεωρώ πάντως πολύ ωραία την τελευταία μας δράση στο Μέγαρο Μουσικής με τον τότε υπουργό Πολιτισμού, τον Παναγιωτόπουλο, το οποίο ήρθε από πολλή απελπισία. Και όλο αυτό μεταφράστηκε σε αυτό το γέλιο που ρίχναμε όταν μιλούσε ο υπουργός.

Υπάρχει σήμερα η ανάγκη για μια αντίστοιχη συλλογικότητα;

Εννοείται ότι υπάρχει, απλώς σκοντάφτει πάντα… είναι πάρα πολύ δύσκολο να ισορροπήσεις ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό. Δεν τα έχουμε καταφέρει ακόμα. Θα κάνουμε άλλα δεκαπέντε εγχειρήματα και κάποια στιγμή θα συμβεί.
Όταν μιλάγαμε οι βασικοί της Κίνησης βρίσκαμε έναν τρόπο να συνεργαστούμε παρότι είχαμε διαφορετικές αντιλήψεις. Όταν συμμετείχε πλέον πολύς κόσμος στις συνελεύσεις ήταν πάρα πολύ δύσκολο να επικοινωνήσουμε και να μην κάνουμε αγώνα λόγου. Όταν οι άνθρωποι συνεργάζονται γύρω από ένα έργο μπορεί να δουλέψει. Όταν πρέπει πρώτα να συνεργαστούμε και μετά να βρούμε το έργο, τότε υπάρχει πρόβλημα. Αν πρέπει πρώτα να συμφωνήσουμε ιδεολογικά και μετά…

Τι έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια στο θέατρο, στην παραγωγή;

Δεν πληρώνονται. Εχουν συγκεντρωθεί ουσιαστικά οι παραγωγές, ενώ εξακολουθούν να υπάρχουν μικρές ομάδες που δουλεύουν με το τίποτα. Και πόσο δύσκολο είναι να κάνεις κάτι μέσα σε αυτή την πραγματικότητα… Γίνονται παραστάσεις, αλλά δεν υπάρχει κέφι. Χτυπάει άσχημα αυτή η κατάσταση. Για να πεις ότι θες να κάνεις μια σοβαρή δουλειά με δέκα ηθοποιούς, να κάνεις μισό χρόνο πρόβες και άλλο μισό χρόνο να δουλεύεις, να το ερευνάς… Ουσιαστικά σήμερα υπάρχει μόνο η Στέγη και το Εθνικό, που κι αυτό έχει ως κύριο χορηγό τη Στέγη.

Στο «Γήρας» τι θα δούμε;

Έξι νέοι και πέντε συνταξιούχοι ηθοποιοί. Εμφανίζονται σε ζευγάρια οι γέροι με τους νέους και όλη η πρώτη σκηνή είναι φτιαγμένη από αποσπάσματα συνεντεύξεων. Ένας χορός σαν να ακούς τις φωνές των ανθρώπων, αλλά όλα τα αποσπάσματα συνθέτουν ένα νόημα. Είναι ένα χορικό, με αφορμή τα γηρατειά κι αυτό που πραγματεύεται η παράσταση είναι το υπαρξιακό ερώτημα. Στο πρώτο μέρος παρουσιάζονται συνεντεύξεις ηλικιωμένων ανθρώπων που λένε τι σημαίνει να γερνάς. Το δεύτερο μέρος της παράστασης είναι ένα ταξίδι στην προσωπική τους μνήμη. Για να καταλήξει όλο σε ένα στάσιμο από τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ».

 

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΕΓΙΝΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 13 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2015

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ ΠΡΙΝ ΤΗΣ 15/11/2015

Μικρή και μεγάλη αφήγηση για τη Λίλια Μπρικ

Τη σχέση του Μαγιακόφσκι με τη Λίλια και τον Όσιπ Μπρικ και τη σχέση των τριών με την εποχή τους εξετάζει η θεατρική παράσταση «Λίλια Μπρικ: μετά το τέλος της ιστορίας» από την υποκειμενική σκοπιά ενός προσώπου που παρασύρθηκε από την επανάσταση χωρίς να πιστέψει σε αυτήν.

 

Vladimir_mayakovsky_and_lilya_brik

 

 

Ο έρωτας πραγματικός, νίκησαν οι υπολογισμοί

 

 

Το καλοκαίρι του 1915 ο εικοσιδυάχρονος Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι γνωρίζει τη Λίλια και τον Όσιπ Μπρικ στο διαμέρισμά τους όπου τον φέρνει η μικρή αδελφή της Λίλιας, Έλσα. Εκείνο το βράδυ γεννιέται μια πολύ δυνατή φιλία και μια έντονη ερωτική σχέση. Ο Όσιπ και η Λίλια δέχονται στην οικογένειά τους τον Βλαντίμιρ. Εκείνος γίνεται εκδότης, σύμβουλος και καθοδηγητής του στα θεωρητικά ζητήματα. Εκείνη γίνεται η γυναίκα της ζωής του. Σε αυτήν αφιερώνει από το πρώτο εκείνο βράδυ το εκπληκτικό ποίημα «Σύννεφο με παντελόνια» αφού πρώτα το απαγγέλλει και τους αφήνει όλους άφωνους. Για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια θα ζήσουν μαζί οι τρεις τους στο ίδιο σπίτι.

Η ηθοποιός Κατερίνα Χιωτίνη μελέτησε την ιστορία της Λίλιας Μπρικ και την εποχής της. Τη σχέση της με την επανάσταση, με την πολιτική και τους μπολσεβίκους. Την αντίληψή της για πρόσωπα και πράγματα. Φτιάχνει στη φόρμα του θεατρικού μονολόγου διάρκειας μίας ώρας μια ολοκληρωμένη ερμηνεία από την οπτική γωνία του υποκειμένου μετά το τέλος της ιστορίας – της μικρής και της μεγάλης. Κοντά στο τέλος της ζωής του. Μετά το τέλος της σοβιετικής εποχής. Αυτή η Μπρικ είναι δυνατή, η πιο δυνατή απ’ όλους. Και ζει περισσότερο απ’ όλους. Εξασφαλίζει το μέλλον της και το μέλλον της ποίησης του Μαγιακόφσκι. Μπορεί να νικήσει ακόμα και την επανάσταση. Γιατί ο Μαγιακόφσκι μιλά για τα προβλήματα της επανάστασης μέσα από τα προβλήματα της σχέσης του με εκείνη συγκεκριμένα. Η Μπρικ της παράστασης τονίζει περισσότερο το συμφέρον στις σχέσεις της. Έχει την τάση να μικραίνει τα πρόσωπα και αυτή τη μεγάλη εποχή πριν και λίγο μετά την επανάσταση.

Κάθε οικογένεια είναι ένα σύστημα σχέσεων που το διαπερνούν αντιθέσεις οι οποίες σε τελική ανάλυση εκφράζουν κοινωνικές εκπροσωπήσεις τάξεων και αξιών. Η οικογένεια των Μπρικ-Μαγιακόφσκι και οι σχέσεις μεταξύ τους σφυρηλατήθηκαν μες στη φωτιά της επανάστασης. Όταν αρχίζουν να παγώνουν τα πράγματα έξω, δυναμώνουν οι αντιθέσεις που υπέβοσκαν. Η εποχή της ανιδιοτελούς στράτευσης, της βαθιάς συντροφικότητας υποχωρεί. Έρχεται η εποχή των υπολογισμών. Σύμφωνα με την ερμηνεία που δίνει η παράσταση, οι Μπρικ σε εκείνη τη φάση ακολουθούν τη γραμμή του ρεαλισμού, του συμβιβασμού με τη νέα κατάσταση που διαμορφώνεται στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Υπάρχουν ασφαλώς και πιο μικρά ζητήματα στα οποία εκφράζεται το ρήγμα. Η τάση της Μπρικ να διεκδικεί το μονοπώλιο της έμπνευσης του ποιητή, η ζήλεια, οι υπολογισμοί οπωσδήποτε είναι οι άμεσες μορφές που παίρνει η κρίση της σχέσης τους. Η Μπρικ πιστεύει ότι δικαιούται μια καλύτερη ζωή χωρίς μπελάδες, μια ζωή τακτοποιημένη. Ο ποιητής είναι όλος μια φωτιά που δεν λέει να σβήσει. Το ρήγμα θα έρθει και στη σχέση των δύο ανδρών καθώς ο Όσιπ έχει αποφασίσει να πάει με τα νερά της νέας κατάστασης. Ο Μαγιακόφσκι απομονώνεται. Τα κομματικά μέσα, οι «πλεονέκτες και σαλταδόροι της ποίησης» τον πολεμούν. Είναι θέμα χρόνου να τον εγκαταλείψει και η οικογένειά του.

Η απόσταση του Μαγιακόφσκι από τον κόσμο του Όσιπ φαίνεται στο τελευταίο μεγάλο πολιτικό ποίημα που μας αφήνει («Με όλη μου τη φωνή»). Γραμμένο το 1930 – τη σημαδιακή χρονιά που βάζει τέλος στη ζωή του – το ποίημα αυτό με μια προσεκτική ανάγνωση μαρτυρά τις πίκρες και τις απογοητεύσεις του. Πρώτον αποφασίζει να λογοδοτήσει στην ΚΕ του μέλλοντος και όχι στην καθοδήγηση της δικής του εποχής, να εξηγηθεί με τους συντρόφους του κομμουνιστικού μέλλοντος στα ίσα και χωρίς τη μεσολάβηση κομματικών διανοουμένων. Προφέσορα / βγάλε το ποδηλατάκι των γυαλιών σου / μονάχος μου θα πω για τον καιρό μου και για μένα. (Το ποδηλατάκι των γυαλιών το αναγνωρίζουμε χωρίς δεύτερη σκέψη στο πρόσωπο του Όσιπ Μπρικ ο οποίος ήταν ακριβώς αυτό: ο διανοούμενος που θα μιλούσε για την ποίηση του Μαγιακόφσκι.)

Ο ποιητής είναι πιο μόνος από ποτέ. Τον έχουν εγκαταλείψει οι πιο δικοί του άνθρωποι. Πιθανότατα θέλησε να φύγει να παντρευτεί την Τατιάνα Γιάκοβλεβα που τον περίμενε στο Παρίσι σαν απάντηση στη μοναξιά – την πολιτική μοναξιά – που βίωνε. Δεν είναι ότι τον κέρδισε ο δυτικός τρόπος ζωής και οι ανέσεις. Αυτό το ξεκαθαρίζει: Δεν παρήγγειλα, γράφει, έπιπλα ακριβά, κι εκτός από ένα λευκό πουκάμισο λόγω τιμής δεν θέλω τίποτ’ άλλο… (Ακριβά έπιπλα είχαν αγοράσει για το σπίτι τους οι Μπρικ.)

Η θεατρική παράσταση φωτίζει αυτές τις λεπτομέρειες από την άλλη πλευρά. Όχι απαραίτητα τη γυναικεία πλευρά, όπως λένε καμιά φορά άντρες και γυναίκες για να περιγράψουν τα πρακτικά, υπολογιστικά μυαλά. Αλλά από την πλευρά εκείνου του προσώπου που παρασύρθηκε από την επανάσταση χωρίς να την πιστέψει πραγματικά. Δείχνει την πλευρά του υποκειμένου που επιβίωσε σε έναν σοσιαλισμό που σοσιαλισμός δεν ήταν. Κρατώντας, κάτω από τους συμβιβασμούς και τους υπολογισμούς, τον έρωτά του για τον μεγάλο επαναστάτη που χάθηκε.

 

____________

Αλκμήνης 8, Αθήνα, τηλ.: 2103428650.

Κάθε Τετάρτη & Πέμπτη, στις 21:15.

Σύλληψη – Ερμηνεία: Κατερίνα Χιωτίνη.

Σκηνοθεσία: Δήμητρα Σύρου & Κατερίνα Χιωτίνη.

Κείμενο: Χάρης Σταθόπουλος& Κατερίνα Χιωτίνη.

 

 

(Εφημερίδα ΠΡΙΝ: 4/1/2015)

 

 

 

Η νίκη του Ρωμανού αφορά κι αυτούς που δεν πήραν είδηση

 

 

Ο Νίκος Ρωμανός επέλεξε την πιο άτεγκτη μορφή πάλης εντός της οποίας ήταν κατά κάποιον τρόπο εγκλωβισμένος όταν στην κοινωνία δεν φαινόταν να διαμορφώνεται ευνοϊκός συσχετισμός προς το αίτημά του και προς τον πολιτικό του χώρο. Η νίκη του έχει τεράστια σημασία γιατί είναι μία νίκη σε αντίξοες συνθήκες.

 

Φάνηκε ότι παρά τον κατακερματισμό της κοινωνικής συνείδησης και την προέλαση των αντιδραστικών ιδεών, ο πυρήνας των δημοκρατικών αξιών δεν έχει πληγεί, ή αλλιώς δεν έχει εμπεδωθεί ο συσχετισμός του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης. Ο «δημοκρατικός λαός» εξακολουθεί να έχει το προβάδισμα ως υποκείμενο παρέμβασης στις εξελίξεις ειδικά σε κρίσιμες ώρες. Το είχαμε δει στο αντιφασιστικό ξέσπασμα μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Αυτός ο κόσμος ξαναβγήκε στο δρόμο, ξαναπήρε το λόγο. Δεν είναι η «μαχητική αναρχία», όπως γράφει ο Ρωμανός, που τα έκανε όλα. Είναι αυτός ο ανώνυμος, δηλαδή πολυάριθμος, δημοκρατικός λαός. Δεν χρειάζεται να ταυτίζεται ιδεολογικά με έναν νεαρό αναρχικό για να μπορεί να διαβάσει το δίκαιο αίτημά του και να κινητοποιηθεί για αυτό.

 

Η Βουλή, αυτό το απαξιωμένο κοινοβούλιο, αποδείχθηκε ο πιο μαλακός πυλώνας του συστήματος διακυβέρνησης, με τη δικαστική εξουσία να κερδίζει τα πρωτεία στην αντιδραστική κούρσα. Εκεί, στο απαξιωμένο κοινοβούλιο, έφτασε η φωνή του παιδιού, του πατέρα, του δασκάλου, των γιατρών, των φοιτητών, των πανεπιστημιακών, των καλλιτεχνών, των δημοσιογράφων που συντάχθηκαν με το δίκαιο αίτημα. Εκεί διαμορφώθηκαν όροι υποχώρησης της κυβέρνησης. Να το κρατήσουμε αυτό για τη συζήτηση που ανοίγει το Ποτάμι για περιορισμό του αριθμού των βουλευτών, και αλλαγές στο πολίτευμα.

 

Αν δει κανείς τις αντιδράσεις στα δεξιά της ΝΔ, καταλαβαίνει ότι παρά τις επιμέρους πλευρές, όπως η παράπλευρη αποδοχή της συγκεκριμένης τεχνολογίας επιτήρησης, έχουμε μια μετατόπιση της συζήτησης προς το δημοκρατικό κέντρο που στις σημερινές συνθήκες φαντάζει σαν ριζοσπαστική αριστερά. Η εικόνα της Βουλής το βράδυ της Τρίτης ήταν μια εικόνα τρομερής αγωνίας όπου το σύνολο της αντιπολίτευσης πολεμούσε να περάσει μια μικρή έστω τροποποίηση στη ρύθμιση του υπουργού Δικαιοσύνης. Οι βουλευτές της Χρυσής Αυγής άνοιξαν το βόθρο – στόμα τους σήμερα όταν φάνηκε ότι η κυβέρνηση υποχωρεί στις πιέσεις από το δημοκρατικό κέντρο και την αριστερά.

 

Ο ατομικός αγώνας είναι πάντα πιο άκαμπτος, παίρνει το χαρακτήρα μιας ξεχωριστής προσωπικότητας, όλες τις αρετές και όλες τις αδυναμίες αυτής της προσωπικότητας. Αντίθετα ο μαζικός αγώνας έχει μεγαλύτερο εύρος επιλογών και αποφάσεων καθώς περιέχει τη βούληση και τη σκέψη πολλών ανθρώπων. Στην εποχή μας το ατομικό προηγείται  για πολλούς λόγους και είναι αναπόφευκτο πιο εύκολα να αναζητάμε εκφράσεις των πολλών στην πράξη και στη σκέψη του ενός. Μια μικρή νίκη του ενός μπορεί να δώσει ώθηση στις διεκδικήσεις και στην πράξη των πολλών. Μόνο έτσι η νίκη θα γίνει νίκη για όλους.

 

_____________

 

Φωτογραφία του Φώτη Μηλιώνη από την παράσταση Αλεξάνδρεια, υπάρχουν αλήθεια και ψεύδος άραγε

 

 

 

Kommon.gr 10/12/2014

 

Η Έκρηξη και το αίτημα της ελευθερίας

Η καινούργια ταινία του Σύλλα Τζουμέρκα καταφέρνει να σπάσει την κυριαρχία της φόρμας, συμπυκνώνοντας το ζήτημα της οικογένειας και της πολιτιστικής κρίσης και αρθρώνοντας το αίτημα της ελευθερίας.

 

Η Μαρία είναι στο αυτοκίνητο και κανονίζει να πάρει κάποια λεφτά. Θα αφήσει τα παιδιά στην αδερφή της. Θα παρατήσει τον άντρα της. Είναι περίπου τριάντα χρονών. Είναι στο αυτοκίνητο και πετάει το κινητό της από το παράθυρο. Δεν της χρειάζεται πια.

 

Βλέπουμε τη ζωή της κομμάτι κομμάτι, προς τα μπρος και προς τα πίσω. Η Μαρία παίζει με την αδερφή της. Η Μαρία βγαίνει με έναν γκόμενο. Η Μαρία ερωτεύεται. Πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού. Κάνουν έρωτα και κάνουν σχέδια. Κάνουν έρωτα και τον ρωτάει πόσα λεφτά θα βγάζει. Η Μαρία παντρεύεται και κάνει τρία παιδιά. Η Μαρία αναλαμβάνει το μαγαζί της μάνας της. Η Μαρία περνάει στη νομική. Δεν την αφήνει το μαγαζί να σπουδάσει. Ο καπετάνιος λείπει τον περισσότερο καιρό. Μιλάνε μέσω σκάιπ. Η κρίση τινάζει στον αέρα τα πάντα. Το μαγαζί βουλιάζει στα χρέη.

 

Η οικονομία έχει αποφασίσει ότι ο άντρας  θα ταξιδεύει για να φέρνει λεφτά στην οικογένεια. Η γυναίκα θα αποζητά τον έρωτά του, θα μάθει όμως και τις διαδικτυακές ερωτικές εμπειρίες. Με άλλον τρόπο αποκτηνώνεται ερωτικά κι εκείνος. Η επαναλαμβανόμενη σεξουαλική πράξη στα διαλείμματα της αφήγησης θέλει να υπογραμμίσει τη συγκολλητική ουσία του πολιτισμού μας. Η σεξουαλική πράξη, που τελείται με ένταση και πάθος, γεμίζει ένα υπαρξιακό κενό, ένα κενό προσωπικής ταυτότητας. Είναι μια πράξη σχεδόν τελετουργικού – θρησκευτικού χαρακτήρα, που βεβαιώνει ότι όλα θα συνεχίσουν να αντέχουν και να υπηρετούν τη δεδομένη σειρά των πραγμάτων.

 

Η Γωγώ είναι η αδερφή της Μαρίας. Παρουσιάζει ελαφρά νοητική υστέρηση. Δεν μπορεί να κρατήσει το μαγαζί. Πρέπει να παντρευτεί κάποιον που να έχει μια δουλίτσα. Τον βρίσκει. Μόνο που αυτός είναι λιγάκι βίαιος. Τη χτυπάει, όπως μαθαίνουμε στη συνέχεια. Και δεν χτυπάει μόνο αυτή. Χτυπάει και μετανάστες. Είναι χρυσαυγίτης. Ένας μπούλης που δέρνει. Στη δουλειά τον κάνουν προϊστάμενο. Έχει πλέον δικό του γραφείο.

 

Όταν συγκεντρώνονται κάποια στιγμή να φάνε όλοι μαζί, τα δυο ζευγάρια και οι γονείς των κοριτσιών, αυτό είναι το πρώτο θέμα που συζητάνε. Τι δουλειά κάνεις, εμμέσως πόσα λεφτά βγάζεις, και τι πόστο έχεις. Ο μπούλης ανακοινώνει χασκογελώντας την προαγωγή του και μάλιστα ότι παίζουν και διάφορες γνωριμίες με πολιτικά πρόσωπα που εξασφαλίζουν την καλοπέρασή του.

 

Ο Τζουμέρκας δείχνει όλα αυτά αθροίζοντας τα αίτια, για να περιγράψει την έκρηξη ενός ανθρώπου, ή την έκρηξη μιας χώρας. Τοποθετεί το συγκεκριμένο οικογενειακό δράμα που ζει η Μαρία σε συγκεκριμένο χρονικό και πολιτικό πλαίσιο. Στην τηλεόραση, στο πατρικό της που βράζει, παίζει το διάγγελμα του Παπανδρέου από το Καστελόριζο. Και σε ένα επόμενο πλάνο το δελτίο ειδήσεων δείχνει επιθέσεις χρυσαυγιτών κατά μεταναστών στο κέντρο της Αθήνας. Η κρίση, η εφορία, η μιζέρια στο σπίτι, το μνημόνιο, ο χρυσαυγιτισμός, το άθλιο μαγαζί, τα βάρη της οικογένειας, όλα αυτά κάνουν τη Μαρία να θέλει να φύγει.

 

Τον κυρίαρχο πολιτισμό, τον δείχνει η ταινία. Είναι ο πολιτισμός της καταστροφικής εκμετάλλευσης του ανθρώπου και της φύσης. Στον αντίποδα, αστειεύεται με τον γραφικό ρόλο των περιβαλλοντικών οργανώσεων. Σημαίνει αυτό πως ειρωνεύεται κάθε πολιτική συλλογικότητα; Καθόλου. Δεν μιλάει για καμία πολιτική συλλογικότητα. Δεν υπάρχει στον κόσμο της συγκεκριμένης ηρωίδας, στη συγκεκριμένη μικροαστική οικογένεια, καμία πολιτική συλλογικότητα. Υπάρχει η τηλεόραση, τα χρέη, οι οικονομικές εκκρεμότητες, ένας γαμπρός που βγήκε καλός και ένας που βγήκε σκάρτος. Αλλά υπάρχει στο τέλος μία ομάδα, είναι η ομάδα ψυχοθεραπείας στην οποία θα μιλήσει τελικά η Μαρία. Αυτή είναι η κορυφαία στιγμή, το κέντρο βάρους της ταινίας. Η στιγμή που η Μαρία μιλάει.

 

Αυτή η σκηνή, λίγο μετά τη μέση του έργου, βάζει επιτέλους μία τελεία στην κατακερματισμένη αφήγηση του κόσμου της ηρωίδας. Είναι μια σκηνή λυτρωτική για το θεατή που η σημασία της υπερβαίνει τα όρια της συγκεκριμένης ταινίας. Η ηρωίδα αποφασίζει να μιλήσει. Μιλάει ουσιαστικά σε εμάς. Την έχουμε ξαναδεί αυτή την ηρωίδα σε άλλες ταινίες, την ξέρουμε περισσότερο σαν ύφος, σαν φόρμα. Μετά από αυτή τη σκηνή έχει βάρος. Έχει φωνή. Ο Τζουμέρκας μας δίνει το κλειδί: «Έζησα μια γελοία ζωή» λέει τονίζοντας την κάθε λέξη. «Δεν θέλω να ξαναδώ τα παιδιά μου. Αγαπώ τον άντρα μου, αλλά δεν θέλω να τον ξαναδώ. Θέλω να ζήσω μια ζωή λιγότερο επώδυνη».

 

Ένα κοντινό στο πρόσωπό της και μια ατάκα που θέτει το ζήτημα της οικογένειας και της ελευθερίας του ανθρώπου, το ζήτημα της αλλαγής της ζωής. Σε ποια κατεύθυνση; Αυτό δεν είναι έτοιμος να το πει κανείς. Η φυλακή της μικρής ιδιοκτησίας και της μικροαστικής οικογένειας έχει καταρρεύσει, αλλά οι δραπέτες είτε θα περιπλανηθούν χωρίς πυξίδα και ηθικές αρχές στον κόσμο της ατομικότητας μέσα σε έναν καπιταλισμό που δεν μπορεί να εξασφαλίσει εργασία και ζωή για όλους είτε θα φτιάξουν έναν καινούργιο κόσμο. Η πρώτη ελευθερία είναι η «ελευθερία-από», η δεύτερη η «ελευθερία-για-να». Αν ο θεατής σκεφτεί μόνο την πρώτη εκδοχή, θα δει μια ρηχή ταινία για τα όρια της ελληνικής οικογένειας. Οι προθέσεις του σενάριου ωστόσο δεν μένουν εκεί.

 

Ο Λάνθιμος μίλησε με τη γλώσσα ενός αντιδραστικού και κρύου φορμαλισμού, βγαλμένου από τον κόσμο της διαφήμισης, για το πρόβλημα της καταπίεσης του ατόμου από την οικογένεια ή την παράδοση («Κυνόδοντας»). Ο Οικονομίδης έδειξε  την αποξένωση και τη βία στην οικογένεια της φτωχής μικροαστικής τάξης που γίνεται φυλακή της ερωτικής επιθυμίας («Μαχαιροβγάλτης»). Ο Βούλγαρης έφτιαξε ένα ρομαντικό μελόδραμα ενδοοικογενειακού σπαραγμού με φόντο έναν ωραιοποιημένο αστικό κόσμο («Μικρά Αγγλία»).

 

Ο Τζουμέρκας δεν ωραιοποιεί τίποτα. Αφετηρία του είναι ο άνθρωπος και η αγωνία ν’ αλλάξει τη ζωή του. Ένας άνθρωπος συγκεκριμένος, που κουβαλάει τις ηθικές επιταγές της τάξης του, που όπως σκλαβώθηκε έτσι ακριβώς επιχειρεί να σπάσει τα δεσμά του. Δεν μιλάει γενικώς για την καταπίεση της οικογένειας. Γίνεται απολύτως σαφής σε ποια οικογένεια, σε ποιο ιστορικό πλαίσιο, σε ποια στιγμή έρχεται η έκρηξη. Συνδέει, έστω πρόχειρα, το πρόβλημα της οικογένειας με το πρόβλημα της πολιτιστικής κρίσης. Κάνει όμως και κάτι ακόμα. Θέτει το προγραμματικών διαστάσεων αίτημα για μια καινούργια ζωή, που δεν θα είναι γελοία και δεν είναι καταπιεστική. Χωρίς οικογένεια; Ενδεχομένως. Χωρίς καταπίεση πάντως.

 

Π.Φ.

 

 

Θέατρο: «Παραλήπτης άγνωστος» στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων

adressunknown

 

Στην Κυψέλη, στην οδό Κύπρου για την ακρίβεια, στην καρδιά της πόλης που μετράει χιλιάδες ψήφους της Χρυσής Αυγής, μέχρι τις 31 Μαΐου παίζεται μια σπουδαία θεατρική παράσταση για την άνοδο του ναζισμού.

Η νουβέλα Παραλήπτης Άγνωστος εκδόθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1938. Αποτελείται από 19 επιστολές που ανταλλάσσουν δύο φίλοι, ο Martin Schulse, 40 ετών, Γερμανός, παντρεμένος, πατέρας τριών παιδιών, και ο Max Eisenstein, 40 ετών, εργένης, πολιτογραφημένος Αμερικάνος εβραϊκής καταγωγής. Χρόνια συνέταιροι, έχοντας ιδρύσει και διευθύνει μαζί μια γκαλερί έργων τέχνης στο Σαν Φρανσίσκο, αποχωρίζονται όταν ο Μάρτιν αποφασίζει να επιστρέψει στο Μόναχο με την οικογένειά του. Βρισκόμαστε στα 1932 – ένα χρόνο πριν ο Χίτλερ πάρει την εξουσία.

Το κείμενο περιγράφει την εξέλιξη ενός φιλελεύθερου αστού σε φανατικό υπερασπιστή του ναζιστικού κινήματος. Περιγράφει έξοχα το ναζισμό ως κίνημα που συγκλονίζει τη γερμανική συνείδηση και συνεγείρει τους ματαιωμένους και εθνικά ταπεινωμένους Γερμανούς οδηγώντας σε μια καταστροφική πορεία ανάτασης χωρίς ηθικούς και πολιτιστικούς φραγμούς. Αποδίδει τη βία που σκόρπισε το θάνατο στους δρόμους και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, το φανατισμό και τους απηνείς διωγμούς των Εβραίων.
Βλέπουμε μέσα από τις επιστολές του, τη μεταμόρφωση του Μάρτιν, την αποκήρυξη των παλιών του ιδεών, των παλιών του σχέσεων. Βλέπουμε την αντίδρασή του για πρόσωπα που παλιά αγαπούσε. Την ψυχρότητα με την οποία θα ζυγίσει την κατάσταση και θα σταθεί στις νέες συνθήκες ξεπερνώντας τις αρχικές του επιφυλάξεις που έχει καταγράψει σε ένα από τα πρώτα γράμματά του.

Η περιγραφή του τρόπου ζωής αυτής της εύπορης οικογένειας στο Μόναχο στις αρχές της δεκαετίας του ’30 έρχεται σε ακραία αντίθεση με την κατάσταση που αντιμετωπίζουν εκατομμύρια εργαζόμενοι στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη την εποχή της μεγάλης κρίσης. Κάπως έτσι το κείμενο ξεκινά περιγράφοντας τον ταξικό χαρακτήρα του ανερχόμενου κινήματος δείχνοντας πώς ο δυναμισμός του ναζιστικού κόμματος παρέσυρε ανθρώπους της αστικής και μικροαστικής τάξης, διανοούμενους, επιχειρηματίες, εμπόρους, στις τάξεις του.

Ο φιλελεύθερος αστός μετατρέπεται με βίαιο τρόπο, αλλά όχι παρά τη θέλησή του, σε υμνητή του Χίτλερ. Οι ανθρώπινοι δεσμοί και η πανίσχυρη αξία της φιλίας ξεθωριάζουν μπροστά στη θέληση για δύναμη και ισχύ.

Το σπουδαίο αυτό κείμενο, που μιλά επιπρόσθετα για τη δύναμη των λέξεων καθώς οι επιστολές μετατρέπονται σε όπλο για τους δύο επιστολογράφους, είχε την τύχη να συναντήσει τη σκηνοθετική ματιά της Νάντιας Φώσκολου και την εικαστική αντίληψη της Μικαέλας Λιακατά που έφτιαξε το βίντεο, το οποίο δεν συνοδεύει απλώς τη σκηνική δράση αλλά ανοίγει την προοπτική της.

Πίσω από τους δύο αντιμαχόμενους επιστολογράφους περνάει η ιστορία των μαζών, και εμφανίζεται η θηλυκή πλευρά, ο τρίτος πόλος του έργου, η μικρή αδερφή του Μαξ που κυνηγά παράτολμα το όνειρό της να γίνει ηθοποιός, παρότι Εβραία, μπροστά στο φανατισμένο κοινό του Βερολίνου.

Η παράσταση αξιοποιεί υποδειγματικά το χώρο στις λεπτομέρειές του. Μία κολόνα που προεξέχει μοιράζοντας σε δύο μέρη τον τοίχο στον οποίο προβάλλεται το βίντεο χρησιμεύει για να εμφανίζονται τα δύο επιστολόχαρτα των φίλων που εξελίσσονται σε αντίπαλους.

Πολύ προσεκτική δουλειά έχει γίνει στη μουσική και στους ήχους σε συνδυασμό με την κίνηση των δύο πρωταγωνιστών που διαβάζουν τις επιστολές. Κίνηση που τροποποιεί το ρυθμό της ανάγνωσης εντείνοντας την αγωνία πριν το αποφασιστικό πέρασμα στην τελευταία φάση της διαμάχης. (Ο θεατής γυρίζει ξανά και ξανά έχοντας ολοκληρωθεί η παράσταση σε αυτό το αποφασιστικό πέρασμα στη νέα φάση της αλληλογραφίας, όπου ο ναζιστής κουρδίζεται σαν μηχάνημα με τους ρυθμικούς χτύπους των δευτερολέπτων.)

Είναι πολύ καλοί και οι δύο πρωταγωνιστές, ο Δημήτρης Αγαρτζίδης και ο Αλμπέρτο Φάις. Κρατούν το βλέμμα του θεατή επάνω τους και διαμορφώνουν την αγωνία του.

Ακόμα, το σκηνικό δεν παρέχει μόνο το σχήμα των πραγμάτων μέσα στα οποία εντάσσεται η ιστορία. Το σκηνικό αφηγείται με τη δική του γλώσσα την ιστορία. Οι δύο παλιές ξύλινες καρέκλες τραπεζαρίας, που αλλάζουν γωνίες μεταξύ τους, μιλούν για το συσχετισμό μεταξύ των δύο επιστολογράφων. Ενώ το πάτωμα είναι γεμάτο από λευκές κορδέλες χαρτί, ένας χαρτοπόλεμος όχι σαν κι αυτόν της αποκριάς, αλλά σαν απομεινάρια της γραφειοκρατίας των κρατικών υπηρεσιών, σαν να περιγράφεται όλη τη βία των επιστολών ή λες και όλη η διανοητική παραγωγή μιας εποχής να έχει περάσει από μηχάνημα καταστροφής εγγράφων.

Κάπως  έτσι η τέχνη το κέντρο της Αθήνας σε πείσμα των καιρών μπορεί να αφηγείται την ιστορία και την ιστορία των ανθρώπων. Αυτή την τέχνη χρειαζόμαστε.

 

 

____________________________________

 

Παραλήπτης Άγνωστος (Address Unknown)

της Kathrine Kressmann Taylor

 

21 – 31 Μαΐου

Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων

 

Μετάφραση – σκηνοθεσία:

Νάντια Φώσκολου

 

Σκηνογραφία – video design:

Μικαέλα Λιακατά

 

Σχεδιασμός φωτισμών:

Βασίλης Κλωτσοτήρας

 

Ενδυματολόγος:

Βασιλική Σύρμα

 

Παίζουν:

Δημήτρης Αγαρτζίδης

Αλμπέρτο Φάις

 

Χειρισμός video-ήχων-φωτισμών:

Δάφνη Καφετζή

 

Κάμερα-βοηθός video:

Νικηφόρος Πλυτάς

 

Σχεδιασμός ήχων:

Μιχάλης Οικονόμου

 

Τεχνική διεύθυνση:

Φωτεινή Μπάνου

Μιχάλης Οικονόμου

Κέλλυ Φώσκολου

 

Φωτογραφίες:

Νικηφόρος Πλυτάς

Κέλλυ Φώσκολου

Γιατί κολλάνε με το Downton Abbey σε ΗΠΑ και Αγγλία;

 

Το τηλεοπτικό γεγονός των Χριστουγέννων στη Μεγάλη Βρετανία είναι η προβολή του νέου επεισοδίου του Downton Abbey. Η σειρά, που βρίσκεται στην τέταρτη σαιζόν της, κάνει θραύση και στην άλλη μεριά του Ατλαντικού. Εκατομμύρια θεατές και στις ΗΠΑ παρακολουθούν ανελιπώς τις περιπέτειες της αριστοκρατικής οικογένειας του Λόρδου Γκράνθαμ τα χρόνια 1912-1923…

Υποθέτουμε ότι η μεγάλη επιτυχία του Downton σχετίζεται με μια επισήμανση του κοινωνιολόγου Murray Davis που επικαλούνται σήμερα ορισμένοι θεωρητικοί της επικοινωνίας: Είναι το στοιχείο της έκπληξης που κάνει μια αφήγηση ελκυστική.  Ιδέες που επιβεβαιώνουν αυτά που ήδη γνωρίζουμε είναι βαρετές. Όταν μια ιδέα έρχεται σε αντίθεση με αυτά που ενστικτωδώς αποδεχόμαστε, εξάπτεται η περιέργειά μας.

Σύμφωνα με το σκεπτικό αυτών των ανθρώπων, ίσως κολλάμε με ιδέες, ταινίες και διαφημίσεις που παρουσιάζουν κάτι που είναι και δεν είναι πραγματικό. Όχι εντελώς παράξενο, όχι μη ρεαλιστικό, αλλά μια κατασκευή που πατάει με το ένα πόδι στην πραγματικότητα διατηρώντας ένα στοιχείο παραδοξότητας.
Αυτό το στοιχείο στη δημοφιλή σειρά είναι η ευγένεια. Η ευγένεια με την οποία αντιμετωπίζει το υπηρετικό προσωπικό η οικογένεια του λόρδου Γκράνθαμ δεν υπάρχει στην πραγματική ζωή. Η ζωή των υπηρετών στους οίκους των ευγενών στις αρχές του εικοστού αιώνα ήταν μαρτύριο. Επίσης η ζωή των κατώτερων στρωμάτων της εργατικής τάξης σήμερα είναι μαρτύριο.

Το σενάριο επιστρατεύει μερικά κλισέ που πάντα πιάνουν: Η όμορφη μικρή κόρη ερωτεύεται τον σοφέρ. Ο σοφέρ είναι σοσιαλιστής, αλλά όταν ανεβαίνει στον κόσμο των επάνω ως σύζυγος της λαίδης Σίμπιλ αναθεωρεί τις ιδέες του. Η σύζυγος του λόρδου Γκάνθαμ πρόθυμα οργανώνει συσσίτια για τους άπορους τραυματίες του πολέμου κ.α. Επιστρατεύονται ακόμα μερικά ιδεολογικά σχήματα, όπως ότι η εργατική τάξη είναι πιο συντηρητική σε σχέση με τις κυρίαρχες κοινωνικές τάξεις.

Η τάση επιστροφής σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν είναι υπαρκτή στις κοινωνίες του άγριου καπιταλισμού του εικοστού πρώτου αιώνα. Η Αμερικανίδα Kathy M. Newman έγραψε στην ιστοσελίδα Working-Class Perspectives: «Μέσα από το Downton Abbey μεταφερόμαστε σε ένα ένδοξο παρελθόν που δεν υπήρξε ποτέ και, την ίδια στιγμή, δραπετεύουμε από το δικό μας βάρβαρο παρόν». Όλα αυτά βέβαια δεν θα λειτουργούσαν αν δεν επρόκειτο για μια άψογη παραγωγή με ένα εξαιρετικό καστ ηθοποιών.

 

UNFOLLOW

Εξαιρετική θλιμμένη Τζάσμιν

Η φτωχή εργατική τάξη των ΗΠΑ και η τάξη που λήστεψε τον κοινωνικό πλούτο συνυπάρχουν στην πολύ ιδιαίτερη ταινία του Γούντι Άλεν που προβάλλεται για δεύτερη εβδομάδα στους κινηματογράφους. Λείπουν οι διδαχές και η συναισθηματική καθοδήγηση, ξεχωρίζει η ερμηνεία της Κέιτ Μπλάνσετ στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

 

 

Είναι μία από τις καλύτερες ταινίες του Γούντι Άλεν η Θλιμμένη Τζάσμιν. Διαφέροντας στην ατμόσφαιρα και στο ύφος αρκετά από τις προηγούμενες. Εδώ είναι ένα σχόλιο για την κρίση. Για τους ανθρώπους της κρίσης. Ή για τους ανθρώπους που προκάλεσαν την κρίση, σύμφωνα με την πιο επιφανειακή ερμηνεία. Είναι μια ταινία που παρουσιάζει με ρεαλιστικό τρόπο δύο αντίπαλες κοινωνικές τάξεις μέσα από την ιστορία δύο γυναικών που έτυχε να μεγαλώσουν στην ίδια οικογένεια, αλλά η ζωή της ενέταξε σε τελείως διαφορετικό κοινωνικό πλαίσιο. Η μία από τις δύο αυτές γυναίκες παίρνει ένα αεροπλάνο και επισκέπτεται στην άλλη. Η ζωή της δίπλα σε έναν επιτυχημένο επιχειρηματία έχει τερματιστεί βίαια. Η ψυχολογική της κατάσταση έχει επιδεινωθεί μετά τα γεγονότα που σημάδεψαν την οικογενειακή της ζωή.

Θα σταθεί στα πόδια της ή θα γκρεμοτσακιστεί; Αυτό είναι το ερώτημα που κινεί την πλοκή του έργου. Δεν έχει δουλέψει ποτέ στη ζωή της, έχει αποκτήσει όμως τις κοινωνικές δεξιότητες που είναι απολύτως αναγκαίες για να υποστηριχθεί η δραστηριότητα ενός συζύγου των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Δεξιότητες που μπορεί να αναγνωρίσει ένας πολιτικός, φερ’ ειπείν ένας υποψήφιος γερουσιαστής, ή ένας διπλωμάτης, ένας υπουργός, ένας τραπεζίτης. Αλλά τον κόσμο της εργασίας, τον κόσμο μέσα στον οποίο είναι βουτηγμένη η αδερφή της, που επισκέπτεται σε μια άλλη πόλη, ουσιαστικά σε μια άλλη χώρα, δεν τον ξέρει ούτε από τις ταινίες. (Γιατί συνήθως οι ταινίες δεν εστιάζουν παρά μόνο σπάνια, παρά μόνο φευγαλέα, σε αυτή τη ζωή.)

Αυτοί που ζουν δουλεύοντας, αυτοί που ζουν από την εργασία τους, και ειδικά αυτοί που δουλεύουν με τα χέρια τους, όπως οι ήρωες της κοινωνικής οικογένειας της αδερφής της Τζάσμιν στο έργο, δεν πέφτουν με αυτό τον τρόπο. Η κρίση βέβαια πλήττει περισσότερο αυτούς παρά την τάξη από την οποία ίπταται στο κενό η Τζάσμιν. Δεν έχει σημασία. Η ταινία περιγράφει με εξαιρετικό τρόπο την πτώση της Τζάσμιν, την πτώση, την παρακμή του κοινωνικού κόσμου που εκπροσωπεί αυτή η τραγική και κάπως κωμική ηρωίδα με το αλλαγμένο όνομα και τα ωραία ρούχα. Και το κάνει με εξαιρετικό τρόπο κυρίως  χάρη στην ερμηνεία της Μπλάνσετ, που δίνει την καλύτερη σύγχρονη εκδοχή της Μπλανς Ντυμπουά από το A Streetcar Named Desire (Λεωφορείον ο Πόθος) – πάνω στο οποίο πατάει στις βασικές του δομές το σενάριο της ταινίας του Γούντι Άλεν. Μόνο που εδώ η «καλοσύνη των ξένων» γίνεται κομμάτια στον κόσμο των αστών, στον μόνο κόσμο που ξέρει η Τζάσμιν να σταθεί. Αν θα καταφέρει να επιζήσει ή θα βυθιστεί σε έναν κόσμο σκοτεινό δεν το ξέρουμε όταν πέφτουν οι τίτλοι τέλους.

Η Μπλάνσετ ερμηνεύει για Όσκαρ. Παίζει με όλο της το σώμα. Δεν είναι μόνο οι εκφράσεις του προσώπου της. Είναι ακόμα και ο τρόπος που κρατάει την τσάντα της. Και καταφέρνει να παίξει την ηρωίδα, να είναι η ηρωίδα και ταυτόχρονα κρατά απόσταση από αυτή. Υπάρχουν στιγμές που διακρίνεις μια ειρωνεία, ένα σαρκασμό του ρόλου πάνω στο ρόλο. Το μεγάλο προτέρημα της σκηνοθεσίας είναι ότι δεν οδηγεί το θεατή σε συναισθηματικές ταυτίσεις. Δεν υπάρχει θετικός και αρνητικός ήρωας. Η φτωχή εργατική τάξη παρουσιάζεται όπως είναι. Φτωχή οικονομικά και πολιτιστικά. Προσγειωμένη, φωνακλάδικη, μαχητική στην καθημερινότητά της. Η πλούσια ζωή της νέας αστικής τάξης παρουσιάζεται όπως  είναι. Η χλιδή και η απάτη παρουσιάζονται όπως είναι. Δεν λυπάσαι για τη ματαίωση των ονείρων, τη διπλή ματαίωση των ονείρων της μιας αδερφής. Δεν λυπάσαι την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η άλλη αδερφή, μια στάσιμη κατάσταση χωρίς καμία δυνατότητα ανόδου. Σκέφτεσαι.

 

(ΠΡΙΝ, 8/9/2013)

Η ποίηση και η Δεξιά του δρόμου

Η Κική Δημουλά πήγε περίπατο στην Κυψέλη με τους Ατενίστας και σε μια στάση της ομήγυρης έβγαλε έναν καημό για τη χαμένη ελληνικότητα της γειτονιάς. Ό,τι είπε στιγματίστηκε ως δείγμα ρατσιστικού λόγου. Η μάχη γύρω από το πτώμα των δηλώσεών της και κάποια πρώτα συμπεράσματα για το πεδίο της αντιπαράθεσης.

Στην ποίηση της Δημουλά συχνά νικά η ευκολία του ύφους επί του περιεχομένου. Στις δηλώσεις της στον περίπατο της Κυψέλης με τους Ατενίστας νίκησαν τα κλισέ. «Δε θέλω να πω πως οι ξένοι της Κυψέλης είναι και ληστές. Πάντως, αν κανείς πάει στην πλατεία Κυψέλης, δεν έχει χώρο να πατήσει». Δεν ήταν ρατσιστικός ο λόγος της, με την έννοια ότι δεν ήταν κήρυγμα μίσους. Ήταν ένας λόγος κυμαινόμενος ανάμεσα στη δεξιά του δρόμου και στην αριστερά της εκκλησίας. (Αυτό τουλάχιστον μετά από μια δεύτερη ανάγνωση του απομαγνητοφωνημένου κειμένου με όλη την επικινδυνότητα να κρίνεις τον προφορικό λόγο σαν γραπτό.)

Μήπως, όμως, οι δηλώσεις για τα πιασμένα παγκάκια από μετανάστες που παίζουν χαρτιά απέχουν παρασάγγας από την ποιητικότητα ή δεν απέχουν και πολύ από μια αισθητική ενόχληση σαν κι αυτή που έχει διατυπώσει ο τραγουδιστής Νότης Σφακιανάκης; Η ποίηση σήμερα πρέπει να εξοπλίζει, να δίνει τα εφόδια για να μπορεί να σταθεί κανείς απέναντι στον εκφασισμό, στη χυδαιότητα, στον ανορθολογισμό. Η ποίηση της Δημουλά – πέρα από τις προθέσεις της – δεν τα καταφέρνει εδώ. Όχι γιατί δεν μιλά για οδοφράγματα. Αλλά γιατί μένει σε έναν λυρισμό που κοιτάζει προς τα μέσα.

Στην ουσία της η χειρονομία της Δημουλά, ο τρόπος της, δεν διαφέρει από τον τρόπο του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά όπως αποτυπώνεται στην παρακάτω δήλωσή του το βράδυ της ανάστασης: «Ας κρατήσει ο καθένας μέσα του, στην καρδιά του, μια αναμμένη λαμπάδα…». «Ας πετάξουμε το ακόντιο λίγο μακρύτερα» έγραφε πριν από μερικά χρόνια η Δημουλά εμψυχώνοντας έναν άλλο πρωθυπουργό από την ίδια παράταξη που αναλάμβανε και καθήκοντα υπουργού Πολιτισμού, τον Κώστα Καραμανλή.

Για τη μεγάλη αντίδραση που προκάλεσαν οι δηλώσεις στο πηγαδάκι της Κυψέλης πρέπει να δούμε δύο κυρίως παράγοντες: α) την καχυποψία που είχε δημιουργήσει εις βάρος της η ποιήτρια, από την εποχή του ακοντίου και του «Τολμήστε!» και β) τη φύση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης όπου σε παρόμοιες περιπτώσεις επικρατεί το λυντσάρισμα και το όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας. Αλλά θα πρέπει να προσθέσουμε έναν ακόμα, καταλυτικό παράγοντα: την υπαρκτή τάση νέας ριζοσπαστικοποίησης που βγαίνει μέσα από το στρατόπεδο της μετριοπάθειας, με όλη τη βία της εποχής.

Συχνά χωρίζουμε τον κόσμο με ευκολία για να φτιάξουμε μια χοντρή αντίθεση καταπώς μας βολεύει. Χωρίς να βλέπουμε τις εσωτερικές αντιθέσεις σε κάθε πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική κοινότητα. Κι όμως χρειάζεται να καταλάβουμε τη στάση εκείνων που αγαπούν την ποίηση της Δημουλά, και ενοχλούνται από τις δηλώσεις της, κι εκείνων που ενοχλούνται από την υπερβολική βιαιότητα ορισμένων αντιδράσεων ωστόσο κανείς δεν μπορεί να τους χρεώσει απάθεια απέναντι στο φασιστικό φαινόμενο – να καταλάβουμε ακόμα τι γούστο διαμορφώνει η LiFO, για παράδειγμα, και τι θέλουν τα παιδιά που πήραν μέρος στις πρώτες εκδηλώσεις των Atenistas, ορίζοντας την επικράτεια αυτού του λυρικού, που είναι και δεν είναι πολιτικό αίσθημα, στο οποίο αναφέρεται στο άρθρο του στο τεύχος Μαΐου του περιοδικού UNFOLLOW ο Δημήτρης Παπανικολάου.

Όποιος ακούει Μποφίλιου αντί για Active Member είναι απέναντι; Όποιος λυπάται για τα καμένα ιστορικά κτίρια της πόλης είναι αντιδραστικός; Όποιος κρατάει αποστάσεις από την τυφλή εξεγερτικότητα και την ατομική βία είναι υποταγμένος; Το ότι δεν καταφέρνουμε πάντα να επικοινωνήσουμε με αυτό το «λυρισμό» που δοκιμάζει τη φωνή του σε συναυλίες και σχεδόν πολιτικά γεγονότα, στα μπλογκ και σε κινηματογραφικές απόπειρες, γιατί είμαστε στη φόρμα πιο σκληροί και απαιτητικοί, πρέπει να το κρατήσουμε για να το δούμε. Η ανεκτικότητα, η ανοιχτή ματιά, η κριτική που αποφεύγει την αγριότητα είναι προτερήματα του λόγου και πρέπει να είναι στοιχεία της νέας γλώσσας της κομμουνιστικής, της μόνης γνήσια απελευθερωτικής Αριστεράς.

(ΠΡΙΝ, 12 Μαΐου 2013)

Ήρωες της κρυμμένης αφήγησης

Λογοτεχνικοί ήρωες που εκπροσωπούν το ταξικό επαναστατικό ρεύμα συνήθως χάνονται από το προσκήνιο της αφήγησης, ή ξεχωρίζουν, σύμφωνα με την κυρίαρχη αστική ανάγνωση, σαν εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Υπάρχει ωστόσο μια δεύτερη ανάγνωση, στη σκιά της πρώτης, που όσο κι αν οι κοινωνικοί συσχετισμοί την αποκρύβουν, προκαλεί αυτούς που γράφουν κι αυτούς που διαβάζουν να την εντοπίσουν.

Την προηγούμενη Κυριακή στην Εργατική Λέσχη Νέας Σμύρνης προβλήθηκε, παρουσία του σκηνοθέτη Λεωνίδα Βαρδαρού, η ταινία Ούλοι εμείς εφέντη (1998). Η ιστορία των οκτώ ανταρτών της Ικαρίας που κατάφεραν να μείνουν ασύλληπτοι μέχρι το 1955 και τελικά να διαφύγουν, έχει περάσει και στη λογοτεχνία. Το μεγάλο προτέρημα της ταινίας είναι ότι δείχνει τους οκτώ όπως ήταν, όχι υπεράνθρωποι επαναστάτες, αλλά σφιχταγκαλιασμένοι με το χώρο και το χρόνο, ένα με το τοπίο του νησιού και τους πολλούς ανώνυμους κατοίκους που τους υποστήριξαν. Ας μιλήσουμε όμως για ήρωες.

Ο Γιάννης Σαλάς (1909-1949), στον οποίο κάνει ειδική μνεία η ταινία του Βαρδαρού για το ρόλο του στο Δημοκρατικό Στρατό Σάμου – Ικαρίας, είναι ο Φάνης της τριλογίας του Στρατή Τσίρκα Ακυβέρνητες πολιτείες, που εξετάζει την περίοδο του αντιφασιστικού αγώνα στη Μέση Ανατολή. Ο Φάνης είναι ο αφανής ήρωας της τριλογίας. Οι κυρίαρχες αναγνώσεις τον εξαφανίζουν μαζί με το λαϊκό παράγοντα, μαζί με το κόμμα, που το παρουσιάζουν κυρίως σαν καταπιεστικό μηχανισμό, εστιάζοντας περισσότερο στα πάθη και στις αδυναμίες του κεντρικού πρωταγωνιστή, του διανοούμενου Μάνου Σιμωνίδη. Δεν μπορούν να απαντήσουν πώς ένας ήρωας, καλλιεργημένος, όμορφος, μπορεί να πεθάνει μαχόμενος δίπλα σε έναν εργάτη με ταλαιπωρημένη εμφάνιση και κλονισμένη υγεία. Δεν μπορούν να ξεπεράσουν τον εστετισμό, στην αντίληψή τους για τον κόσμο.

Η στάση που κρατούν οι λογοτέχνες μας απέναντι στο θέμα της οργάνωσης, απέναντι στο πρόβλημα της κομματικότητας, συνδέεται με το αισθητικό ζήτημα. Ο Τσίρκας είναι μεγάλος συγγραφέας γιατί κατανοεί το πρόβλημα. Γιατί συγκεντρώνει μεθοδικά το υλικό του και φωτίζει όλες τις πλευρές, όλη την ταξική και πολιτιστική αντιπαράθεση που διεξάγεται εντός της υπόθεσης, μέσα στο  κίνημα και στην πρωτοπορία του. Ο Άρης Μαραγκόπουλος, στο νέο μυθιστόρημά του Το χαστουκόδεντρο, δεν ασχολείται τόσο με το πρόβλημα, ωστόσο δίνει χώρο σε διαφορετικές φωνές της τάξης των κομμουνιστών. Ο κεντρικός του ήρωας, ο Τόνι (Αντώνης Αμπατιέλος) είναι ένας κατ’ εξοχήν άνθρωπος του κόμματος και κάπως μονοκόμματος. Σε αντίθεση με την Μπέτι, τη γυναίκα του, που έχει έναν αέρα ανεξαρτησίας και έντονης ατομικότητας. Σε αντίθεση επίσης με τις ποιητικές εξάρσεις των αιρετικών συντρόφων που βρίσκουν στην ποίηση του Μιχάλη Κατσαρού τις φλογισμένες απαντήσεις που τους λείπουν.

Σε αντίθεση, τέλος, με την πολιτική στάση που προτείνει κάποιος Αντώνης Μπόγας, που συναντά τον Τόνι στο Παρίσι το φθινόπωρο του 1968. Μαθαίνουμε γι’ αυτόν ότι ήταν στην Ικαρία αντάρτης ως το 1955, αλλά τώρα έχει απομακρυνθεί από το κόμμα. (Εδώ ο Μαραγκόπουλος γράφει τη δική του εκδοχή πάνω στην ιστορία του Αντώνη Καλαμπόγια). Η φωνή του Μπόγα διαφέρει αισθητά και από αυτή του σταθερά προσηλωμένου στην καθοδήγηση συντρόφου του, αλλά και από εκείνη των αναθεωρητών. Επιχειρεί να δώσει μια επαναστατική απάντηση στρατηγικών προδιαγραφών στο πρόβλημα της τακτικής του κινήματος, όπως αναδείχθηκε στο γαλλικό Μάη και στα δικά μας Ιουλιανά, και οι κομματικοί συνομιλητές του παραδέχονται ότι μιλάει μια γλώσσα που δεν είναι οπορτουνιστική, που κάτι άλλο πάει να πει.

Ο Σαλάς, ο Καλαμπόγιας και οι λογοτεχνικές τους μορφές, μαζί και η τάξη τους, αδικούνται από την  κυρίαρχη αστική αφήγηση που θέλει τους αγωνιστές να σκοτώνονται μάταια, να σπαταλούν τη ζωή τους σε φυλακές, εξορίες, ή σε αγώνες χωρίς αντίκρισμα. ( Ή τους υμνεί σαν ωραίους εξεγερμένους, αν έχουν εγκαταλείψει την οργανωμένη πάλη.) Στη δεύτερη αφήγηση, που κινείται στη σκιά της πρώτης, οι πρωτοπόροι αγωνιστές της εργατικής τάξης μορφώνονται και οργανώνονται, διαβάζουν τους κλασικούς και την ιστορία των λαϊκών αγώνων, ξαναδιαβάζουν από χίλιες γωνίες τον Κατσαρό, τον Ρίτσο, τον Σεφέρη, τον Τσίρκα, γνωρίζοντας ότι το παρελθόν μεταβάλλεται διαρκώς, αναγνωρίζοντας τη δική τους ευθύνη για το ποια ανάγνωση θα επικρατήσει.

(ΠΡΙΝ 20 Ιανουαρίου 2013)